ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αποψη: Προσανατολισμοί ενός μοντέρνου εργατικού δικαίου

ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΗΞΟΥΡΙΩΤΗΣ*

Η εργατική νομοθεσία δεν έχει εξοικειωθεί με την ιδέα ότι η σχέση εξαρτημένης εργασίας θα πάψει να αποτελεί το κυρίαρχο μοντέλο παροχής εργασίας και ότι η διαφορά μεταξύ ενός εργαζομένου που παρέχει τις υπηρεσίες του με μισθωτή εργασία και ενός συμβασιούχου έργου ή ελεύθερου επαγγελματία θα γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​τις πρώτες σελίδες κάθε εγχειριδίου εργατικού δικαίου γίνεται αναφορά στην «προστατευτική λειτουργία» της εργατικής νομοθεσίας. Πρόκειται για αξιωματική αρχή πάνω στην οποία έχει κτιστεί όλο το οικοδόμημα του εργατικού δικαίου εδώ και δύο περίπου αιώνες. Πράγματι, η κρατική ρυθμιστική παρέμβαση στην οργάνωση της εργασιακής σχέσης εμφανίστηκε κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, για να προστατεύσει αδύναμες πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι ανήλικοι εργαζόμενοι, και για να περιορίσει τους κινδύνους υγείας και αρτιμέλειας των μισθωτών, που μπορούσαν να προκύψουν από τις υπερβολές που προκαλούνταν από την εφαρμογή της απόλυτης συμβατικής ελευθερίας. Ετσι, τα πρώτα κρατικά νομοθετήματα περιόριζαν την εργασία των ανηλίκων και των εγκύων και περιλάμβαναν ρυθμίσεις για τα εργατικά ατυχήματα και για τη μείωση του χρόνου εργασίας.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τους λοιπούς κλάδους του δικαίου, οι οποίοι, παρακολουθώντας την εξέλιξη των οικονομικών, τεχνικών, κοινωνικών και λοιπών δεδομένων, προσπαθούν να προσαρμόζονται για να εξυπηρετούν τις σύγχρονες ανάγκες, το εργατικό δίκαιο εξελίσσεται σε ρυθμιστικούς άξονες δημιουργημένους σε παρωχημένες εποχές, με κύριο χαρακτηριστικό τη διαρκή σώρευση αλλεπάλληλων ρυθμιστικών στρωμάτων, που πρυτανεύονται από τη συνδικαλιστικής έμπνευσης λογική του «κεκτημένου δικαιώματος». Στo πέρασμα του χρόνου, το εργατικό δίκαιο, εξουσιαζόμενο από αντιλήψεις που υποτάσσονται σε ιδεοληπτικούς και πολιτικούς σκοπούς, δεν «προσαρμόζεται» στα εκάστοτε δεδομένα που διαμορφώνονται στο πεδίο της οργάνωσης της παραγωγής, της εξέλιξης της τεχνολογίας ή άλλων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, αλλά «μεγεθύνεται» με αποτέλεσμα τη διαρκή σώρευση νέων δικαιωμάτων που προστίθενται στα ήδη «κεκτημένα». Στη διαδικασία αυτή αρκεί η απλή επίκληση της αρχής της «προστατευτικής λειτουργίας» του εργατικού δικαίου, η οποία εκλαμβάνεται από την κρατική εξουσία ως επαρκής λόγος διαρκούς και χωρίς κορεσμό σώρευσης ρυθμίσεων με τις οποίες διευρύνονται τα «εργασιακά δικαιώματα», ερήμην των συγκεκριμένων οικονομικών, τεχνολογικών, παραγωγικών και λοιπών δεδομένων και αναγκών.

Εδώ ακριβώς κρύβεται η συνειδητή ή ασυνείδητη «συναλλαγή» μεταξύ πολιτικής εξουσίας και συνδικαλιστικών συντεχνιών, που εξασφαλίζει στη μια μεριά εκλογικές ψήφους και στην άλλη τη διατήρηση της συντεχνιακής εξουσίας. Ομως με αυτόν τον τρόπο οι προαναφερθείσες αντιλήψεις παραβλέπουν τις αλλαγές που έχουν επέλθει στον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης της εργασίας στις επιχειρήσεις και αδιαφορούν για τη συνεχή αλλαγή των αναγκών της αγοράς εργασίας και των μορφών απασχόλησης. Συγκεκριμένα, παραγνωρίζεται η τάση μετάβασης από τους φυσικούς στους εικονικούς χώρους εργασίας και η δημιουργία της έννοιας του «εργαζόμενου 3.0», η συνεχής αύξηση της τηλεργασίας και της νομαδικής εργασίας και, τέλος, η αυξανόμενη εργασιακή κινητικότητα και η τάση εξάλειψης του «επαγγέλματος μιας ζωής», δηλαδή η εναλλαγή πολλών επαγγελματικών ειδικοτήτων από τον ίδιο εργαζόμενο. Εν ολίγοις, η εργατική νομοθεσία δεν έχει εξοικειωθεί με την ιδέα ότι η σχέση εξαρτημένης εργασίας θα πάψει σταδιακά να αποτελεί το κυρίαρχο μοντέλο παροχής εργασίας και ότι η διαφορά μεταξύ ενός εργαζομένου που παρέχει τις υπηρεσίες του με μισθωτή εργασία και ενός συμβασιούχου έργου ή ελεύθερου επαγγελματία θα γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτη. Η σταδιακή προσέγγιση αυτών των δύο μορφών απασχόλησης θα καθιστά ολοένα και περισσότερο δύσκολη την «ταξινόμηση» των απασχολουμένων σε «εξαρτημένους» και «ανεξάρτητους», και θα κάνει το εργατικό δίκαιο αλυσιτελές μέσον για την οργάνωση των εργασιακών σχέσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική εξουσία θα πρέπει να συνειδητοποιήσει τα προβλήματα που δημιουργούν η πολυνομία, η πολυπλοκότητα και η ακαμψία της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας, που δεν υπονομεύουν μόνο την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά πλήττουν μακροπρόθεσμα τους ίδιους τους εργαζόμενους και ιδίως τους πλέον ανίσχυρους, διατηρώντας ή εκτοξεύοντας μάζες εργαζομένων εκτός της αγοράς εργασίας. Ετσι, είναι αναγκαία και επείγουσα μια άμεση μεταρρύθμιση των πιο προβληματικών ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας, με απώτερο σκοπό να τεθούν μελλοντικά νέα θεμέλια. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να ξεκινήσει με συγκεκριμένες αλλαγές που θα αφορούν τα πιο επείγοντα ζητήματα, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του πολιτικά εφικτού, αλλά όχι με υποταγή σε μικροπολιτικές λογικές.

Οι πλέον επείγουσες μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να διέπονται από τις εξής κατευθυντήριες γραμμές: α) Ο νομοθέτης οφείλει να αναγνωρίσει ότι πρώτιστος σκοπός της επιχείρησης είναι το κέρδος και ότι ο μισθός που καταβάλλεται στους εργαζόμενους είναι ανταμοιβή για την παρεχόμενη εργασία τους. Δεν χορηγείται για λόγους φιλανθρωπίας ούτε για την εξυπηρέτηση των εκάστοτε κυβερνητικών πολιτικών αναδιανομής εισοδήματος. β) Η εργατική νομοθεσία πρέπει να θέτει ελάχιστους εργασιακούς όρους και όχι να υποκαθιστά τη λειτουργία και τη δυναμική της συμβατικής ελευθερίας, είτε στο πεδίο της ατομικής σύμβασης εργασίας είτε στο πεδίο της συλλογικής σύμβασης. Σε αυτήν την κατεύθυνση είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί η «προσαρμοστική λειτουργία» της συλλογικής σύμβασης εργασίας, που προϋποθέτει τον αυτοπεριορισμό του νόμου στις πολύ γενικές και αναγκαίες ρυθμίσεις, επιτρέποντας να διαμορφώνονται και να προσαρμόζονται οι συγκεκριμένοι όροι εργασίας από τα συμβαλλόμενα μέρη, σύμφωνα με τις ειδικές περιστάσεις και τις ιδιαιτερότητες της επιχείρησης (προσαρμοστική διαπραγμάτευση). γ) Συναφώς, απαιτείται ισορροπία μεταξύ προστασίας εργαζομένων και επιχειρηματικού συμφέροντος, δεδομένου ότι η ευημερία των επιχειρήσεων αποτελεί προϋπόθεση για την ευημερία των εργαζομένων. δ) Σε αυτό το πλαίσιο τα πολιτικά στελέχη είναι χρήσιμο να εκτιμήσουν τη σημασία της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι ο νόμος που πρέπει να γεννάει παροχές αλλά η επίτευξη υψηλής παραγωγικότητας και η κερδοφορία των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι οι εργασιακές παροχές προς τους εργαζόμενους δεν πρέπει να διαμορφώνονται ερήμην των πραγματικών οικονομικών, παραγωγικών και τεχνολογικών δεδομένων των επιχειρήσεων και δεν πρέπει να υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητά τους. ε) Τέλος, η εργατική νομοθεσία θα πρέπει να μεταβληθεί σε «νομοθεσία της απασχόλησης». Δηλαδή, η κάθε νομοθετική πρωτοβουλία σε θέματα εργασίας οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν το πρόβλημα της ανεργίας, δεδομένου ότι η πρώτιστη ανάγκη των πολιτών μιας χώρας είναι να εργάζονται και δευτερευόντως, ανάλογα με τις ικανότητές τους και τις υπάρχουσες κάθε φορά οικονομικές και λοιπές συνθήκες, να βελτιώνουν τους όρους απασχόλησής τους.

Με βάση τις προαναφερθείσες συντεταγμένες, θα πρέπει να ιεραρχηθούν οι άμεσες, οι μεσοπρόθεσμες και οι απώτερες συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις για την αναδιαμόρφωση του δικαίου της απασχόλησης, που θα πρέπει να γίνουν στο πεδίο των ατομικών σχέσεων εργασίας (π.χ. ωράριο εργασίας, λύση της σύμβασης εργασίας, εθνικός κατώτατος μισθός, αντιπροσωπευτικότητα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος και ειδικότερα της απεργίας στους δημόσιους οργανισμούς και στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, επανεξέταση της λειτουργίας των συλλογικών συμβατικών σχέσεων και της ελεύθερης συλλογικής διαπραγμάτευσης με την κατάργηση της υποχρεωτικής διαιτησίας, επαναπροσανατολισμός του διοικητικού ελέγχου της εργασίας και μέτρα για την περιστολή της αφόρητης δικαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων).
Σε κάθε περίπτωση, πριν γίνουν όλα τα παραπάνω, η κ. Αχτσιόγλου θα πρέπει να καταλάβει ότι δεν υπάρχει «κεκτημένο δικαίωμα». Υπάρχει «εφικτό δικαίωμα».

* Ο κ. Ιωάννης Ληξουριώτης είναι ομότιμος καθηγητής Εργατικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ