ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής σακατεύτηκε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν διέθεταν «αίσθηση της πραγματικότητας». Επιπλέον, ενοχικές και εθισμένες στον λαϊκισμό, δεν οικειοποιήθηκαν το μνημόνιο ως αναγκαίο κακό. Η συνέπεια; Οχι ένα, τρία μνημόνια!

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: IΔEEΣ

​​Ήταν αναμενόμενο. Ο καθένας προβάλλει την αφήγηση που τον συμφέρει, χωρίς να αντιλαμβάνεται απαραίτητα την ειρωνεία που τη συνοδεύει. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει την έξοδο από το τρίτο μνημόνιο που η ίδια προκάλεσε. Τα πρώην κυβερνητικά κόμματα της αντιπολίτευσης στηλιτεύουν τη συνεχιζόμενη λιτότητα που αυτά εγκαινίασαν με τα δύο πρώτα μνημόνια. Οι δανειστές επαίρονται για την «επιτυχημένη» διαχείριση της ελληνικής φτωχοποίησης.

Πού βρίσκεται η αλήθεια; Θραύσματά της υπάρχουν παντού. Το γόνιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: τι είδους εξιστόρηση χρειαζόμαστε για να προχωρήσουμε; Αν δεν κατανοήσουμε διαυγώς το παρελθόν, δεν μπορούμε να πορευτούμε συνετά στο μέλλον. Η προσφορότερη αφήγηση για την κρίση είναι αυτή που βλέπει τη μεγάλη εικόνα, με τα παράδοξα και τις αντιφάσεις της· είναι ωμά ρεαλιστική και ειλικρινής· και επιτρέπει τη στοχαστική δράση. Ποια είναι τα κύρια στοιχεία της;

Η μεγάλη εικόνα

Πρώτον. Τα αίτια της ελληνικής κρίσης είναι πολιτικά-θεσμικά· οι συνέπειες είναι οικονομικές. Οικοδομήσαμε ένα πελατειακό, κομματοκρατικό, συντεχνιακό κράτος, το οποίο απαιτούσε: για τη χρηματοδότησή του δανεικά, για τη διοίκησή του κομματική-φατριαστική αφοσίωση και για τη λειτουργία του προσοδοθηρία, αυθαιρεσία και αδιαφάνεια. Ενα τέτοιο κράτος τείνει: να συρρικνώνει τον χρόνο στο εκλογικό παρόν, να διοικείται από κομματάρχες, να ευνοεί επιμέρους συμφέροντα, να ζει με ελλείμματα και να αναβάλλει επίμαχες μεταρρυθμίσεις. Η ποιότητα των θεσμών και η μεταρρυθμιστική εγρήγορση αναδεικνύονται ιδιαίτερα σημαντικές όταν μια χώρα δεν ελέγχει το νόμισμά της. Η αδυναμία δανεισμού, μετά τη χρηματοοικονομική κρίση του 2008, σε συνθήκες μιας στρεβλά δομημένης Ευρωζώνης, προήλθε από τη δημοσιονομική κραιπάλη και την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Με τη σειρά τους, αυτές παρήχθησαν από μια μακρά διαδικασία πολιτικής-θεσμικής παθογένειας.

Δεύτερον. Τα προγράμματα διάσωσης της Ελλάδας είχαν, αναπόφευκτα, πολιτική υφή: αποτύπωναν την ανισορροπία ισχύος μεταξύ ισχυρού δανειστή και επαίτη δανειζόμενου. Τι επεδίωκαν οι δανειστές με το πρώτο μνημόνιο; Να μη γίνει η ελληνική κρίση μεταδοτική: να προστατευθούν, κυρίως, οι ξένες τράπεζες που ήταν εκτεθειμένες στην ελληνική κρίση χρέους. Η αναδιάρθρωση χρέους ήταν επιβεβλημένη: τη συνιστούσαν το ΔΝΤ, δεξαμενές σκέψης, διεθνείς εμπειρογνώμονες. Οι εταίροι την απέρριψαν, φορτώνοντας το κύριο βάρος των συνεπειών στο αδύνατο μέρος (το ομολογεί τώρα, εμμέσως, και ο Ντάισελμπλουμ, βλ. «Κ», 28.8.18). Δεν εκπλήσσει: λίγο Θουκυδίδη να έχει διαβάσει κανείς, ξέρει ότι έτσι τείνουν να συμπεριφέρονται οι «ισχυροί».

Τρίτον. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν τα μνημόνια, απέκτησαν τη δική τους δυναμική, εγκλωβίζοντας τους εμπλεκομένους. Η εφαρμογή των ελληνικών μνημονίων ήταν παραδειγματική για τα λοιπά μέλη της Ευρωζώνης. Ακόμα κι όταν τα μνημόνια δεν παρήγαγαν τα προβλεπόμενα αποτελέσματα, το καταβληθέν κόστος (sunk cost) των δανειστών ήταν μεγάλο για να εγκαταλειφθούν, παρά τα όσα αφελώς διατεινόταν η αντιμνημονιακή ρητορική. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν διέθεταν «αίσθηση της πραγματικότητας». Επιπλέον, ενοχικές και εθισμένες στον λαϊκισμό, δεν είχαν την αυτοπεποίθηση να οικειοποιηθούν το μνημόνιο ως αναγκαίο κακό. Η μόνη ρεαλιστική και γρήγορη έξοδος από το μνημόνιο ήταν, παραδόξως, η επώδυνη και αξιόπιστη εφαρμογή του. Πολύ δύσκολο εγχείρημα σε ένα συγκρουσιακό και λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα. Η συνέπεια; Οχι ένα, τρία μνημόνια!

Τέταρτον. Η διαχείριση της κρίσης θεμελιώθηκε στην αυταπάτη («δάνεισε/δανείσου και προσποιήσου»). Οι δανειστές προσποιούνταν ότι η Ελλάδα δεν είχε χρεοκοπήσει, άρα δεν χρειαζόταν αναδιάρθρωση χρέους, μόνο νέα δάνεια. Η Ελλάδα προσποιούνταν ότι θα κάνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, ωθώντας τα κόμματα εξουσίας σε διγλωσσία, ασυναρτησία και, τελικά, αναξιοπιστία. Ακόμα και το ΔΝΤ συμπεριφέρθηκε πολιτικά, όχι τεχνοκρατικά. Η αμοιβαία προσποίηση παραμένει. Ολοι κλωτσούν το τενεκεδάκι παρακάτω – μέχρι τις επόμενες εκλογές, μέχρι το 2022, το 2032, και βλέπουμε! Εν τω μεταξύ, οι φτωχοποιούμενοι Ελληνες γίνονται όλο και περισσότερο πολιτικά αδιάφοροι, κυνικοί και απρόβλεπτοι – όταν δεν μεταναστεύουν!

Πέμπτον. Το μνημονιακό φάρμακο αποδείχθηκε και βάλσαμο και φαρμάκι. Επιβλήθηκε δημοσιονομικός ορθολογισμός αλλά επήλθε οικονομική αποσάθρωση. Το μέγεθος του ελληνικού προβλήματος (κρίση χρέους, κρατικό ξεχαρβάλωμα, πολιτική σύγκρουση) ήταν τέτοιο, που τα επιβληθέντα μέτρα (τα οποία, αργότερα, το ΔΝΤ χαρακτήρισε, σε εσωτερικά κείμενά του, εξωπραγματικά) θα επέφεραν βάρβαρη λιτότητα. Μια χώρα που χάνει το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της, οδηγεί έναν στους δύο νέους στην ανεργία και ωθεί το ένα τρίτο του πληθυσμού στη φτώχεια είναι μια ρημαγμένη χώρα. Η σκληρή λιτότητα αποσταθεροποίησε το πολιτικό σύστημα: παρήγαγε διχαστικές συγκρούσεις, ανέδειξε τα άκρα και εκχυδάισε την κομματική διαμάχη. Η ιστορική πόλωση εντάθηκε, επιφέροντας πολιτική αστάθεια και ανατροφοδοτώντας, έτσι, την κρίση.

Μπλέξαμε σε φαύλους κύκλους.

Ζητείται ελπίς

Μάθαμε, τουλάχιστον, κάτι; Αμφιβάλλω. Οι πολιτικές-θεσμικές παθογένειες που παρήγαγαν τη χρεοκοπία δεν εγκαταλείφθηκαν. Τα κόμματα εξουσίας δεν ανέλαβαν με ειλικρίνεια τις τεράστιες ευθύνες τους για την εκκόλαψη και αναποτελεσματική διαχείριση της κρίσης. Η εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση ουδέποτε αναστοχάστηκε τον ρόλο της στην όξυνση των πολιτικών παθών. Η δημαγωγία-συγκάλυψη-προσποίηση έγινε δεύτερη φύση. Ατενίζουν τώρα τη «νέα πορεία», πορευόμενοι στις παλιές ράγες: χρεώνουν επιλεκτικά τα μνημόνια στον αντίπαλο, αδυνατούν να συνεννοηθούν στα στοιχειώδη και, φυσικά, μοιράζουν προεκλογικές υποσχέσεις!

Υπάρχει ελπίδα; Η ψυχρή ανάλυση, κάνοντας γραμμικές προβολές, λέει όχι. Εχουμε πιαστεί στη φάκα της λιτότητας. Το πολιτικό σύστημα παραμένει βαθιά συγκρουσιακό, ενθαρρύνοντας τη λαϊκιστική πλειοδοσία. Παράγεται πολιτική αστάθεια, τρομάζοντας χρηματοπιστωτικές αγορές και επενδυτές. Η αισιοδοξία της βούλησης, όμως, λέει ναι. Στην Ιστορία μας κι άλλες φορές γονατίσαμε και σηκωθήκαμε. «Η ελπίδα δεν είναι πρόγνωση· είναι προσανατολισμός του πνεύματος», έλεγε ο αείμνηστος Βάτσλαβ Χάβελ, ζώντας τον κομμουνιστικό ζόφο. Χρειαζόμαστε ηγέτες να εμπνεύσουν την ελπίδα· να δείξουν εμπράκτως ότι μπορούμε αλλιώς. Αυτό είναι το στοίχημα.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ