Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Κατερίνα Νοτοπούλου: Λαός και ελίτ

​​Έλεος! έλεγαν. Ελεος! Δεν μπορεί ένα «λαϊκό κορίτσι» να γίνει υπουργός; Στις ώριμες δημοκρατίες, βεβαίως και μπορεί. Σε συνθήκες αμείλικτης πατριαρχίας, η κόρη του μπακάλη έγινε κάποτε αρχηγός των Συντηρητικών της Βρετανίας και πρωθυπουργός. Αλλά κανείς δεν θέλει να θυμάται με ποια επίθετα η Αριστερά στόλισε –και στολίζει– τον τάφο της.

Η κόρη του πάστορα από την Ανατολική Γερμανία έγινε καγκελάριος. Αλλά καλύτερα να μη θυμηθούμε τι έχει γραφτεί τα τελευταία χρόνια, όχι για τις πολιτικές της επιλογές, αλλά για το ντύσιμό της, τον σωματότυπό της, την «ελαττωματική» της θηλυκότητα.

Φαίνεται έτσι ότι δεν είναι όλες οι γυναίκες άξιες αριστερής υπεράσπισης. Δεν είναι όλες σαν τη νέα υφυπουργό Μακεδονίας - Θράκης. Τι είναι η Κατερίνα Νοτοπούλου; Σύμφωνα με τους αυτόκλητους υπερασπιστές της, είναι ένα εύκολο θύμα: μια καθαρίστρια που, στα τριάντα της χρόνια, κατόρθωσε να γίνει υπουργός και γι’ αυτό δέχεται σεξιστικές και ελιτίστικες επιθέσεις.

Οντως. Το 2012 η Νοτοπούλου είχε συνάψει σύμβαση με τον τομέα καθαριότητας του Δήμου Θεσσαλονίκης· αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοτική παράταξη που εξασφάλισε τον διορισμό της την άφησε να εργαστεί ως καθαρίστρια.

Οντως, είναι νέα. Αλλά δεν ακολούθησε τη μοίρα της γενιάς της. Δεν δοκιμάστηκε ποτέ στην άνυδρη ελεύθερη αγορά. Διορίστηκε και σταδιοδρομεί σε δοτά δημόσια αξιώματα.

Οντως, τα media την αντιμετωπίζουν με όρους σοουμπίζ. Αλλά με ποιους όρους άραγε την αξιολόγησαν εκείνοι που την επέλεξαν; Δεν υπολόγισαν τον μιντιακό αντίκτυπο που θα είχε η παρουσία της; Δεν την επιστράτευσαν –όπως το είπε ένας σπίκερ της κυβερνητικής τηλεόρασης– για να «αναβαθμίσουν αισθητικά» την εικόνα της κυβέρνησης;

Τίποτε από όλα αυτά δεν ξεπερνάει τα όρια του μικροπολιτικού σκυλοκαβγά – στον οποίο η βαναυσότητα είναι πάντα ο κανόνας. Αν αξίζει κανείς να συζητάει τον διορισμό ενός εξωκοινοβουλευτικού στελέχους σε ένα υφυπουργείο-γραφειοκρατικό απολίθωμα, είναι επειδή όντως ο συμβολισμός του είναι ασύμμετρος.

Για τους συνομηλίκους της υφυπουργού Μακεδονίας - Θράκης, ο διορισμός της συμβολίζει την υπεραξία που μπορεί ακόμη να δίνει στα λευκά βιογραφικά η κομματική στράτευση. Συμβολίζει την όχι και τόσο δημοκρατική προστασία που μπορεί να χορηγεί ένα σύστημα εξουσίας στα προϊόντα του.

Η Νοτοπούλου δεν είναι ευάλωτη. Την παρήγαγε και τη θωρακίζει μια κομματική ελίτ. Ευάλωτοι είναι οι τριαντάρηδες που δεν ανήκουν σε αυτήν την ελίτ.

Κώστας Γαβράς: Τζάμπα αλήθειες

To 1997 o Κώστας Γαβράς γύρισε το «Mad City» – μια ταινία για τα media. Ο Τζον Τραβόλτα έπαιζε έναν καλό μεροκαματιάρη που η κακιά η ώρα τον έφερε να κρατά ομήρους παιδιά σε ένα μουσείο. Ο Ντάστιν Χόφμαν έπαιζε τον κακό ρεπόρτερ, που στην πορεία γίνεται καλός. Παίρνει το μέρος του αθώου δράστη, προσπαθώντας να τον σώσει από τις κανιβαλικές ορέξεις των άλλων ρεπόρτερ, που καραδοκούν με τις κάμερες και τα μικρόφωνα προτεταμένα.

Η ταινία τότε έμοιαζε να καταγγέλλει την εικονική πραγματικότητα που σκηνοθετούσε η τηλεόραση. Αν δοκιμάσει να δει κανείς την ταινία σήμερα, θα του φανεί ναΐφ. Μπορεί να φαινόταν έτσι ακόμη και στον ίδιο τον Γαβρά, στον οποίο τα νέα media χορήγησαν την Πέμπτη το απόγευμα το άχαρο προνόμιο να διαψεύδει ο ίδιος τον θάνατό του.

Η σατανική τηλεόραση του «Mad City» μοιάζει με λίθινο εργαλείο συγκρινόμενη με τα κοινωνικά δίκτυα – αυτή την ασταμάτητη μηχανή παραγωγής «γεγονότων». Είναι τέτοια η παραγωγή, ώστε καθιστά παρωχημένη ακόμη και εκείνη την προφητική γελοιογραφία που έλεγε ότι «στο Ιντερνετ κανείς δεν ξέρει ότι είσαι σκύλος». Σήμερα, ο σκύλος της γελοιογραφίας θα ομολογούσε ότι «στο Ιντερνετ κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι δεν μπορεί να ξέρει».

Κάποιοι βρίσκουν νόημα σε αυτό που κάνει ο Τομάσο ντε Μπενεντέτι – ο φαρσέρ που έστησε το ψεύτικο προφίλ της υπουργού Πολιτισμού για να διασπείρει την ψευδή είδηση του θανάτου του Γαβρά. Τέτοιες πλαστογραφίες είναι, λένε, ένας καλοήθης ακτιβισμός που χρησιμοποιεί το ψέμα για να υπερασπιστεί την αλήθεια: για να εκθέσει τις αδυναμίες των μέσων ενημέρωσης.

Εκείνο που σίγουρα φέρνει στην επιφάνεια αυτή η πληροφοριακή δολιοφθορά είναι η επικρατούσα σχιζοφρένεια απέναντι στα ΜΜΕ: το κοινό που καταλαμβάνεται από ιερή αγανάκτηση απέναντι στα «αναξιόπιστα» Μέσα –χορεύοντας πάνω στα συντρίμμια του κύρους τους– είναι το ίδιο κοινό που έχει μάθει να απολαμβάνει την ενημέρωση δωρεάν. Από τη μια, ζητάει υπεύθυνη, διασταυρωμένη, ταξινομημένη πληροφορία· κι από την άλλη, θεωρεί αυτονόητο ότι αυτό το αγαθό θα παρέχεται τζάμπα.

Κάπως έτσι δημιουργείται το νέο περιβάλλον, όπου το σκάνδαλο για τον ψευδή θάνατο του Γαβρά καταναλώθηκε με πολύ μεγαλύτερη λαιμαργία απ’ ό,τι ίσως θα είχε διαβαστεί η είδηση της τελευτής του, αν ήταν αληθινή. Κάπως έτσι διαμορφώνεται η κουλτούρα που επιτρέπει στην περιφερειάρχη Αττικής να μοιράζει ψηφιακά κόλλυβα για την ενημέρωση, χωρίς να φοβάται τη συνάφεια που έχει πια αποκτήσει η πολιτεία της με τον αληθινό θάνατο αληθινών ανθρώπων. Η πραγματικότητα του θανάτου τιμολογείται από τον θάνατο της πραγματικότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ