Μπάμπης Παπαδημητρίου ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Δυναμική επανέναρξη της εθνικής οικονομίας με άμεση παρέμβαση του κράτους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η κρατική διαχείριση, μεταξύ 1945 και 2015, άφησε, κατά μέσον όρο, ετήσιο έλλειμμα 3% του ΑΕΠ. Η επίδοση είναι πολύ καλή. Αυτό είναι άλλωστε το όριο του Συμφώνου Σταθερότητας που διέπει την Ευρωζώνη. Οφείλεται σε δύο περιόδους δημοσιονομικής πειθαρχίας και λιτότητας. Η πρώτη συμπίπτει με τη δημοσιονομική πειθαρχία που εγκατέστησε η οκταετία του Κωνσταντίνου Καραμανλή και τηρήθηκε μέχρι τη δικτατορία. Η δεύτερη συνδέεται με την προετοιμασία (κυρίως από τον Κώστα Σημίτη) της εισόδου στη Ζώνη του Ευρώ. Τα τελευταία τρία χρόνια, το έλλειμμα «εξαφανίστηκε». Κανείς όμως δεν θα θυμάται τον Αλέξη Τσίπρα για το «υπερπλεόνασμα». Οχι μόνον γιατί προέκυψε από την εξωφρενική υπερφορολόγηση αλλά γιατί μια οικονομία σε ύφεση έχει ανάγκη από μια πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική, κυρίως στην πλευρά των δημοσίων επενδύσεων, τις οποίες κυριολεκτικώς διέλυσε η σημερινή κυβέρνηση.

Εξάλλου, ο κ. Τσίπρας βγήκε από το τρίτο μνημόνιο με το δημόσιο χρέος στα 360 δισ. (από 324 δισ. το 2014). Φτάσαμε στο 190% του ΑΕΠ, δέκα μονάδες πάνω από το 2014, όταν τα 330 δισ. χρέους στην αρχή της κρίσης αναλογούσαν στο 146% του ΑΕΠ! Οχι μόνον δεν βγήκαμε από την παγίδα χρέους, αλλά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την πιο απειλητική παγίδα στασιμότητας.

Οι οικονομολόγοι δίνουν μεγάλη σημασία σε έναν δείκτη που αποκαλούν «παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής» (Total Factor Productivity), που μετράει την αποτελεσματικότητα με την οποία χρησιμοποιεί μια οικονομία τους πόρους. Επί 47 χρόνια, η Ελλάδα είχε και έχει τον χαμηλότερο συντελεστή αξιοποίησης των διαθέσιμων παραγωγικών πόρων μεταξύ όλων των κρατών της Ζώνης. Παραδόξως, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης Τσίπρα εξέφρασε την πεποίθησή του ότι η Ελλάδα θα πάει καλύτερα. Προφανώς οι άνθρωποι έχουν εναποθέσεις τις ελπίδες τους να επιβεβαιωθεί αυτή η διαβεβαίωσή τους στην πολιτική που πιστεύουν ότι θα ακολουθήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ομως, ενώ είναι βέβαιο ότι η σημερινή αντιπολίτευση θα πρέπει να κάνει τα πάντα για την ανταγωνιστικότητα, για να εγκατασταθεί η εμπιστοσύνη προς την ελληνική επιχειρηματικότητα, αυτό δεν αρκεί για να κερδηθεί το στοίχημα της ταχείας ανάπτυξης.

Η δυναμική επανέναρξη της εθνικής οικονομίας θα κριθεί από την αμεσότερη παρέμβαση του κράτους. Μόνον ευρύτατες δημόσιες επενδύσεις μπορούν να χτίσουν το χαρτοφυλάκιο των 100 δισ. νέων επενδύσεων που χρειάζεται η ανάσταση της οικονομίας. Προφανώς εκεί όπου το κράτος δικαιολογείται να παρεμβαίνει: στα έργα και στις υπηρεσίες υποδομής. Η κινητοποίηση πολλαπλάσιων κεφαλαίων που πάντοτε προκαλεί η κρατική πρωτοβουλία είναι το «κλειδί» για την αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη. Εδαφος κι ευκαιρίες υπάρχουν. Μάλιστα, η εγκληματική ολιγωρία της κυβέρνησης Τσίπρα, που διέλυσε την ήδη ισχνή δημόσια επενδυτική δαπάνη στον βωμό της ψηφοθηρίας, δημιούργησε τεράστιες «τρύπες», όπως αποδεικνύουν τα συνεχή ατυχήματα και καταστροφές.

Πού θα βρεθούν αυτά τα κεφάλαια, ταυτόχρονα με τη μείωση των φόρων; Η χώρα απολαμβάνει, για τα επόμενα τρία-τέσσερα χρόνια, μια σπάνια συγκυρία χαμηλών απαιτήσεων κρατικού δανεισμού. Αρκεί να πείσουμε τις αγορές κεφαλαίου για τις αναπτυξιακές προοπτικές, που αποτελούν ισάριθμες ευκαιρίες καλών κερδών, για να μας εμπιστευθούν νέα δανειακά κεφάλαια, ειδικώς μάλιστα όσα θα συνδέονται με συγκεκριμένες επενδύσεις. Εξάλλου, η παρέμβαση του κράτους θα επιτρέψει την επιτάχυνση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις το κράτος θα αναλάβει τον πυρήνα του επενδυτικού κινδύνου ώστε να διευκολύνει τη συμμετοχή εξειδικευμένων επιχειρηματικών κεφαλαίων.

Ποιος θα ήταν, πριν από λίγο καιρό, έτοιμος να υποστηρίξει ότι η επερχόμενη νίκη της φιλελεύθερης Κεντροδεξιάς θα πρέπει να συνδυαστεί με τη διευρυμένη παρέμβαση του κράτους στην οικονομία; Οιοσδήποτε γνωρίζει το ίδιο καλά τους μηχανισμούς της αγοράς με τα κυκλώματα της ελληνικής πραγματικότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ