ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Η επανίδρυση της Κυριακής

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Έρχεται η στιγμή που οι Κυριακές της ανάπαυλας, της πενθήμερης προσμονής, του ελεύθερου χρόνου γίνονται σαν Δευτέρες, Τρίτες ή Πέμπτες και η βδομάδα ολόκληρη γίνεται Κυριακή. Χωρίς διαφορά ανάμεσα σε εργάσιμη και αργία, χωρίς ξεχωριστές ατμόσφαιρες, μυρωδιές, καβγάδες, πλήξη, πανικούς, υστερίες «χαμένων» Σαββατοκύριακων, χωρίς Κυριακοσύνες γενικότερα.  Είναι η στιγμή που ο ελεύθερος χρόνος διαστέλλεται και η μελαγχολία της Κυριακής διαχέεται. Η στιγμή που η ανάπαυλα γίνεται παύλα. 

Η συνταξιοδότηση είχε πάντα διάφορα σημεία στίξης: κόμμα, άνω τελεία, τελεία. Τώρα, μετα-Κατρουγκαλικά, έχει τελεία και παύλα. Αφού ο νόμος σού αποκλείει πια και την ελάχιστη (συν)εργασία, παρά μόνο με βαρύτατες ποινές, πρόστιμα, φόρους, συνταξιοδοτικές περικοπές πέρα από τα συνταξιοδοτικά ψαλιδίσματα. Γελάει ο Γάλλος φίλος που μένω εμβρόντητη ακούγοντας πως εκείνος, ως χαμηλοσυνταξιούχος (1.600 ευρώ), συνεχίζει νόμιμα το επάγγελμα του ξεναγού και του παρέχουν επιπλέον φθηνή στέγη! 

Κι έτσι, αν δεν θέλεις ή δεν μπορείς να παρανομήσεις,  παροπλίζεσαι αναγκαστικά σαν ταπεινό, παραδοσιακό ψαροκάικο που το «χαλάνε», το «τσακίζουν» για μια ξερή, αμφίβολη επιδότηση, μακριά από θάλασσες, κύματα, ψαριές, φουρτούνες, γλάρους, λικνίσματα.

Αρχίζεις τις παρηγοριές: άντε μωρέ, ίσως έτσι καλύτερα, να τος ο χρόνος που πάντα χρειαζόμουν. Λίγη αυτο-οργάνωση, αυτοπειθαρχία, προγραμματισμό χρειάζεται κανείς για να κάνει – να ράνει – να δημιουργήσει – να προσφέρει – να ανακαλύψει – να ταξιδέψει, να – να – να – να. Δεν είναι δα όλα παραγγελιές και επάγγελμα στη ζωή, υπάρχουν και οι ιδέες, τα μπλογκ, ο εθελοντισμός. Όχι βέβαια εκείνος που εσύ επιλέγεις, αλλά όλοι οι άλλοι «εθελοντισμοί» που σου επιβάλλουν οικογένεια, κολλητοί, φίλοι, γνωστοί, ακόμη και συγκάτοικοι στην πολυκατοικία («ε, τώρα θα αναλάβεις διαχειρίστρια, πάει και τελείωσε»). Και στις περισσότερες περιπτώσεις, όντως «πάει και τελείωσε». Με παπουδο-γιαγιαδίσματα, τρεξιμο-συμπαραστασο-φροντίσματα παντός καιρού και είδους, και κατάληψη κάθε μορίου κενού χρόνου, ελευθερίας και αυτοδιάθεσης, αφού πολλοί –και όχι μόνο η φύση– απεχθάνονται τα κενά. Ιδίως του χρόνου των συνταξιούχων. Όπου κάθε παρεκτροπή γίνεται με τύψεις, ψεματάκια, δικαιολογίες ακόμη και για να διαβάσεις μονορούφι ένα βιβλίο, να πας πέραν μιας, δυο, άντε και τρεις φορές μαζεμένες θέατρο, σινεμά, ταξίδια, πόσω μάλλον για να προσφέρεις χρόνο, φώτα, δεξιότητες, πείρα εκτός οικογενείας, σε μετανάστες, ας πούμε, εξαρτημένους, φυλακισμένους και άλλους καταφρονεμένους. 

Θέλει... πυγμή και τόλμη η αυτοδιάθεση του συνταξιούχου. Θέλει όραμα, ορμή, ιδέες, φαντασία. Θέλει συγκρούσεις, αποκρούσεις, επείγουσα επανέναρξη του πενθήμερου –με ή χωρίς αντικείμενο– θέλει και.. επανίδρυση της Κυριακής απαραιτήτως. Πώς; Μένει στη διακριτική επιλογή και αντοχή του καθενός. Στον πρότερο βίο, τόσα ενδιαφέροντα, στις συμπεριφορές, στα μπόσικα, στις αντιστάσεις του. Στο χιούμορ, στις τρίπλες που θα επιστρατεύσει, στην ταχύτητα με την οποία θα επανιδρύσει εργάσιμες, Κυριακές και αργίες.

Προτείνω για αρχή μια επίκληση προς την παλιά, καλή Κυριακή:

Αχ, Κυριακή μου, ακριβή / μου μοιάζεις τόσο μακρινή / έλα πάλι στη ζωή μου  / λύση μα και άλλοθί μου. / Φέρε μαζί λίγες Δευτέρες / να ξεχωρίζω και τις μέρες. / Φέρε και μια Παρασκευούλα / των εργαζόμενων ψυχούλα. / Αχ, Κυριακή μου, κάν’ το έτσι / και μην ξεχάσεις το γιουβέτσι. ■

* Η Άννυ Κολτσιδοπούλου είναι κριτικός θεάτρου, θεατρολόγος, μεταφράστρια και χρονογράφος.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ