ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κίνητρα Πούτιν σε ολιγάρχες για αύξηση επενδύσεων στη Ρωσία

Η κυβέρνηση Πούτιν στοχεύει σε αύξηση των συνολικών επενδύσεων μέχρι το ένα τέταρτο του ΑΕΠ, όσο ισχύει στην Τουρκία. Θα είναι το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ από την εποχή της Σοβιετικής Ενωσης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το Κρεμλίνο ζητεί από τους ολιγάρχες της ρωσικής οικονομίας να επενδύσουν 120 δισ. δολάρια ή 8 τρισ. ρούβλια επιπλέον μέχρι το τέλος της θητείας του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, το 2024, σε συγκεκριμένα σχέδια που θα έχουν συμφωνηθεί με την κυβέρνηση. Η ρωσική οικονομία βρίσκεται σε τέλμα, καθώς οι κυρώσεις της Δύσης έχουν βάλει φρένο στις εισροές ξένων κεφαλαίων και έχουν περιορίσει την πρόσβαση της χώρας σε καινοτομίες τεχνολογίας. Και το Κρεμλίνο αναζητεί τρόπους για να επιτύχει την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.

Αρχικά, η κυβέρνηση Πούτιν είχε εξετάσει την αύξηση της φορολογίας των κολοσσών της χώρας. Αλλά τα σχέδια αυτά εγκαταλείφθηκαν μετά τις αντιδράσεις μεγαλοεπιχειρηματιών και επενδυτών. Επειτα το Κρεμλίνο επέλεξε ηπιότερη προσέγγιση, προσφέροντας νομικά και φορολογικά κίνητρα στους ομίλους που αναλαμβάνουν την εκπόνηση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων.

Η κυβέρνηση Πούτιν στοχεύει σε αύξηση των συνολικών επενδύσεων μέχρι το ένα τέταρτο του ΑΕΠ, όσο ισχύει στην Τουρκία. Θα είναι το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ από την εποχή της Σοβιετικής Ενωσης. Για να γίνει κάτι τέτοιο, οι συνολικές επενδύσεις πρέπει να αυξηθούν κατά 19 τρισ. ρούβλια από τα τρέχοντα επίπεδα μέχρι το 2024. Και πάλι, όμως, θα απέχει από το 42% που ισχύει σήμερα στην Κίνα.

Οι εταιρείες, όμως, είναι επιφυλακτικές στο να δεσμεύσουν νέα κεφάλαια στη χώρα τους λόγω της απαισιόδοξης προοπτικής της οικονομίας, των κυρώσεων της Δύσης αλλά και του γενικευμένου αφιλόξενου περιβάλλοντος στο επιχειρείν. «Οι εταιρείες ματαιώνουν σιγά σιγά επενδύσεις και έτσι πρέπει να αξιοποιηθεί κάθε διαθέσιμο μέσο από το Κρεμλίνο», σχολιάζει ο Βλαντιμίρ Σάλνικοφ, υποδιευθυντής του Κέντρου Μακροοικονομικών Αναλύσεων και Βραχυπρόθεσμων Προβλέψεων. «Μπορεί να μην είναι η σωστή πολιτική για τη δημοσιονομική στήριξη της οικονομίας αλλά αποφέρει αποτελέσματα», προσθέτει ο ίδιος στο πρακτορείο Bloomberg. Τον προηγούμενο μήνα, υψηλός αξιωματούχος του Κρεμλίνου αιφνιδίασε μεγαλοεπιχειρηματίες και επενδυτές με πρόταση για αύξηση της φορολογίας προκειμένου να εξασφαλίσει 500 δισ. ρούβλια ή 7,4 δισ. δολάρια από τα «υπερβάλλοντα κέρδη» των ισχυρότερων ομίλων στις πρώτες ύλες, τα μέταλλα και τα χημικά. Μάλιστα, ο αξιωματούχος αυτός είχε παρουσιάσει τις φορολογικές επιβαρύνσεις που θα επωμίζονταν μεμονωμένες εταιρείες. Υπήρξαν, όπως προαναφέραμε, έντονες αντιδράσεις.

Σήμερα επιδιώκεται η αύξηση των επενδύσεων κατά 15% με 20% από τα υφιστάμενα επίπεδα. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι συναντιούνται με επιχειρηματικά στελέχη για να καταλήξουν σε συγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια και να υπογράψουν τις σχετικές συμβάσεις.

Οι επιχειρήσεις επιδιώκουν, από την πλευρά τους, να εξασφαλίσουν καλύτερους όρους σε επενδύσεις που έχουν ήδη αποφασιστεί παρά να δεσμεύσουν κεφάλαια σε νέα σχέδια. «Οι πολιτικοί πρέπει να αναγνωρίσουν πως είτε αναγκάσουν είτε πείσουν τις επιχειρήσεις σε συμπράξεις ιδιωτικού - δημόσιου τομέα, οι επενδύσεις πρέπει να πιάσουν τόπο» δηλώνει, επίσης στο Bloomberg, ο Βάλερι Μιρόνοφ, αναπληρωτής επικεφαλής του Κέντρου Ανάπτυξης στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών της Μόσχας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ