Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Ο ελληνικός τουρισμός «ζει τον μύθο του»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​Ενα όχι και τόσο μακρινό σλόγκαν του ΕΟΤ καλούσε τους ξένους ταξιδιώτες «να ζήσουν τον μύθο τους» στην Ελλάδα. Ηταν ένα διαφημιστικό μήνυμα εμπνευσμένο από τη ζωή το 2005, καθώς εκείνη την εποχή η χώρα ζούσε «μυθικά», προτού η ανάπτυξη με δανεικά καταρρεύσει συμπαρασύροντας τα πάντα. Κι όμως στον απόηχο της κρίσης, οι πιο δημοφιλείς ελληνικοί προορισμοί καταφέρνουν, με το δικό τους ξεχωριστό τουριστικό προφίλ ο καθένας, να προσφέρουν εμπειρίες που ίσως και να δικαιολογούν το επίθετο: Μυθική η χλιδή στη Μύκονο, μυθικός ο ρομαντισμός στη Σαντορίνη, μυθική η φιλοξενία στην Κρήτη… Αλλά πάνω από όλα, μυθική είναι η απλότητα του ελληνικού καλοκαιριού σε κάθε γωνιά αυτής της χώρας, από τις πλακόστρωτες πλατείες των ορεινών χωριών μέχρι τη λιτή αρχιτεκτονική των Κυκλάδων.

Το μεγαλύτερο τουριστικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι αυτή η απλότητα σε συνδυασμό με τον πλούτο της Ιστορίας της και βέβαια οι άνθρωποί της: Οι φιλόξενοι και πολυμήχανοι Ελληνες, οι ξένοι φίλοι, οι νέοι και παλαιοί μετανάστες που επιμένουν να επιστρέφουν κάθε χρόνο από κάθε γωνιά του πλανήτη. Το στοίχημα είναι να διατηρήσεις αυτή την ελληνική ψυχή όσο η τουριστική πίτα μεγαλώνει. Ή, όπως το είπε ο Οδυσσέας Ελύτης: «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις». Και αν αυτό αναπαράγεται εύκολα ως σκηνικό στα κινηματογραφικά πλατό, όπως στο τελευταίο Mamma Mia που γυρίστηκε στην Κροατία, είναι ο συμβολισμός του που παραμένει η ουσία της Ελλάδας: ο πολιτισμός της αναζήτησης που συμβολίζει το καράβι, ο πολιτισμός της μεσογειακής απλότητας του αμπελιού και της ελιάς, που εξακολουθούν να γοητεύουν εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον κόσμο. Φέτος πάντως είναι ο ελληνικός τουρισμός που ζει τον μύθο του, καθώς αναμένεται νέο ρεκόρ αφίξεων, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις ο αριθμός των τουριστών μπορεί να φτάσει και τα 40 εκατομμύρια μέχρι το 2022. Η προοπτική είναι ενθαρρυντική, όχι μόνο γιατί δίνει μία σημαντική ανάσα ανάπτυξης και απασχόλησης σε μία χώρα δοκιμαζόμενη από την κρίση, αλλά και γιατί ο τουρισμός είναι ίσως το πρώτο ελληνικό προϊόν που γίνεται διεθνώς ανταγωνιστικό όχι χάρη στο χαμηλό κόστος, αλλά χάρη στην υψηλή προστιθέμενη αξία του.

Βεβαίως, πολλές είναι οι γκρίνιες για τα απλησίαστα λόγω υψηλών τιμών νησιά, αλλά και για δημοφιλείς προορισμούς, όπου οι υποδομές δεν μπορούν να ανταποκριθούν στη ζήτηση. Το ζήτημα απασχολεί ολοένα και περισσότερο τους ειδικούς του κλάδου, καθώς οι υποδομές της χώρας βρίσκονται ήδη στα όριά τους. Ακόμη και στη «βασίλισσα» Μύκονο, οι συνεχείς διακοπές ρεύματος αποκαλύπτουν τη γύμνια της, ενώ οι παραλίες της, παρά τη μοναδική ομορφιά τους και το πολυτελές σέρβις, είναι τόσο ακριβές και «στημένες» που καταλήγουν μίζερες. «Είναι διατηρήσιμες αυτές οι τιμές;», αναρωτιόταν επίμονα μία φίλη από τη Νορβηγία – μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Οσο υπάρχουν πελάτες που θα είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν περιουσίες, οι τιμές θα συνεχίσουν να εκτοξεύονται. Κι αν η Μύκονος δεν θέλει να αποφύγει «το δίπολο “ξεφάντωμα - ξεπούλημα”», υπάρχουν εκατοντάδες άλλα νησιά. Το στοίχημα γι’ αυτά, αλλά και για την ίδια τη χώρα, είναι η διαφύλαξη μίας «αισθητικής αντίληψης και τρόπου ζωής που εγκαταλείφθηκε σιγά σιγά, μαζί με την “ελιά, το αμπέλι και το καράβι”», όπως διαπίστωνε παλαιότερα από την «Κ» η Μαρία Κατσουνάκη. Αυτή άλλωστε είναι η ουσία όχι μόνο της βιώσιμης ανάπτυξης, αλλά και του ελληνικού «μύθου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ