ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

KEVIN ANDREWS
Η πτήση του Ικάρου– Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα του Εμφυλίου
μτφρ.: Δέσποινα Ρισσάκη
εκδ. Παπαδόπουλος, σελ. 352

Στο πολύκροτο μυθιστόρημά του «Τσάι στη Σαχάρα» (εκδ. Απόπειρα), ο Πολ Μπόουλς εξηγεί τη διαφορά ανάμεσα στον τουρίστα και τον ταξιδιώτη. Ο πρώτος πηγαίνει σε κάποιο άγνωστο μέρος γνωρίζοντας πως θα γυρίσει σύντομα, σε αντίθεση με τον δεύτερο που μεταβαίνει σε ξένο τόπο άνευ σχεδίου και δίχως χρονικούς περιορισμούς.

Για την περίπτωση του Κέβιν Aντριους θα πρέπει να επινοηθεί μια τρίτη υποκατηγορία, καθώς είναι ο άνθρωπος που λάτρεψε ένα μη προγονικό μέρος, εν προκειμένω την Ελλάδα, ωσάν να ήταν δικό του. Εντυπώθηκε μέσα του ως βίωμα, συναισθηματική λαχτάρα και ευλαβικός απόηχος. Καρπός αυτής της σχέσης που ανέπτυξε με τη χώρα μας και ειδικότερα με την Πελοπόννησο είναι το βιβλίο του «Η πτήση του Ικάρου».

Δεν έχουμε να κάνουμε με εντυπωσιοθηρικές καταγραφές ενός προσήλυτου που μαγεύτηκε από το απέριττο κάλλος του τόπου και αποφάσισε να μεταφέρει μια φολκλόρ εκδοχή του. Ούτε με κάποιον που δεν κατάφερε ποτέ να απεκδυθεί την ξενότητα του δυτικού που βλέπει τους Eλληνες ως μια παράξενη φυλή γεμάτη μυστήρια και παραδοξολογίες.

Ο Aντριους ήρθε στην Ελλάδα το 1947 ως απόφοιτος κλασικών σπουδών από το φημισμένο Χάρβαρντ και με μια υποτροφία από το Φούλμπραϊτ ανά χείρας, με σκοπό να μελετήσει τα βυζαντινά, τουρκικά, φραγκικά και ενετικά φρούρια της Πελοποννήσου. Μόνο που θα βρεθεί σε μια χώρα σε κατάσταση επικίνδυνου αναβρασμού.


Ο Κέβιν Αντριους στον Ακροκόρινθο το 1950.

Από το 1948 έως το 1951, ο Aντριους, μόλις 23 ετών τότε, θα ζυμωθεί με την πέτρα και το χώμα της περιοχής. Το μοναχικό οδοιπορικό του, πέραν των αρχικών του προθέσεων, θα μετατραπεί σε ένα βιωματικό ταξίδι στην καρδιά μιας χώρας που φλεγόταν από πολιτικά πάθη. Είναι η εποχή του απηνούς εμφυλίου πολέμου.

Ο Αντριους δεν θα μείνει αμέτοχος. Μπορεί να μην παίρνει θέση υπέρ του ενός ή του άλλου αντίπαλου στρατοπέδου, καίτοι ο ίδιος ήταν ιδεολογικά πολύ πιο κοντά στην Αριστερά, όμως γίνεται μέτοχος του ρημαγμένου τοπίου, του αδελφικού αίματος που χύθηκε μάταια και των ανθρώπων που βρέθηκαν στο διάβα του.
Ελληνας στην ψυχή

Ζώντας ασκητικά (είχε ελάχιστα ρούχα και κοιμόταν όπου έβρισκε μέσα σε έναν υπνόσακο), αλλά εντελώς ποιητικά, ο Αντριους θα μεταφέρει στο χαρτί την αλογόκριτη ματιά του. Αίφνης, αυτός ο ξένος, γίνεται σιγά σιγά ένας Ελληνας στην ψυχή κι επειδή δεν βαρύνεται με τα πάθη των ντόπιων, είναι σε θέση να δει σφαιρικότερα την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι καταγραφές του Αντριους διαπερνούν την έννοια της ιστορικής σημασίας. Η προσωπική του εμπλοκή στα πράγματα και τις καταστάσεις αφαιρεί από τις λέξεις του τον ψυχρό υμένα της επιστημοσύνης δίχως να χάνουν τη δύναμή τους. Η «Πτήση του Ικάρου» μπορεί να διαβαστεί κάλλιστα και ως μυθιστορηματικό χρονικό. Οχι μόνο δεν του λείπει η λογοτεχνική ματιά, αλλά αυτή «παντρεύεται» με πραγματικά γεγονότα μιας εποχής άκρως μεταιχμιακής για την Ελλάδα.

Επειδή ακριβώς δεν υπήρξε ένας ψυχρός καταγραφέας, ο Αντριους συνομίλησε με τους ντόπιους, άκουσε τις ιστορίες τους, αρκετοί από αυτούς του πρόσφεραν πρόχειρο κατάλυμα. Η θαλπωρή και η ωμότητα θα γίνουν «αδέλφια» του. Η ανέχεια, αλλά και ο ψυχικός πλούτος των κατοίκων θα είναι ο οδηγός του.

Κάπως έτσι αποκτά μια άμεση εικόνα για τα γεγονότα και αρχίζει να αντιλαμβάνεται το γεωπολιτικό παιχνίδι που παίχθηκε στην Ελλάδα με τον εμφύλιο πόλεμο.

Με σύμμαχο τον χρόνο


O Αμερικανός μελετητής ταξίδεψε ανά την Ελλάδα επί χρόνια και κατέγραψε τις εμπειρίες του (δεξιά, φωτ. από την Κάρπαθο, γύρω στο 1960).

Σε αντίθεση με τον Τζορτζ Οργουελ που μετέφερε τις εντυπώσεις του από τον εμφύλιο στην Ισπανία στο βιβλίο του «Πεθαίνοντας στην Καταλωνία» (εκδ. Κάκτος) έπειτα από τη σύντομη παρουσία του στο πεδίο των μαχών, ο Αντριους αφήνει τον χρόνο να σμιλεύσει μέσα του τα γεγονότα. Δεν βιάζεται, δεν αδημονεί να μεταφέρει στο χαρτί αυτό που ζει, δεν επιθυμεί να προκαλέσει το άμεσο συναίσθημα.

Αντιθέτως, κατακλύζεται ο ίδιος από έντονα συναισθήματα. Η σχέση αγάπης που θα αποκτήσει με τον Κωνσταντή (αν και δεξιός), τον παπα-Σταύρο ή τον Αντώνη θα γίνει ο καταλύτης μέσα του.

Με έναν τρόπο που μόνο η μοίρα μπορεί να σχεδιάσει, ο νεαρός Αμερικανός που είχε βιώσει στο πετσί του το μεταλλικό βάρος του πολέμου (υπηρέτησε στον αμερικανικό στρατό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου), βρήκε την εσωτερική γαλήνη του σε μια ανειρήνευτη χώρα που όμως τον τράβηξε με τα κρυφά της θέλγητρα.

Ο Αντριους δεν θα φύγει ποτέ από την Ελλάδα. Κανένας άλλος τόπος δεν θα του φανεί τόσο οικείος όσο ο δικός μας. Το 1975 θα λάβει την ελληνική υπηκοότητα και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στα αγαπημένα του Κύθηρα το 1989.

Πρόλαβε ακόμη να γράψει έναν ταξιδιωτικό οδηγό στη σειρά «Cities of the World» υπό τον γενικό τίτλο «Athens», μια ανθολογία πρωτογενών πηγών «Athens Alive», μια συλλογή άρθρων με τίτλο «Greece in the dark», μια έμμετρη σάτιρα με τίτλο «Byzantine Blues» και ένα μακροσκελές ποίημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία με τίτλο «First Will & Testament». Η εξαιρετική μετάφραση ανήκει στη Δέσποινα Ρισσάκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ