ΒΙΒΛΙΟ

«Θα ήταν άγραφος ακόμα ο κόσμος, αν δεν υπήρχες...»

ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΔΑΛΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
So Long, Marianne
εκδ. Σμίλη, 2017

Τότε δεν είχε γεννηθεί ακόμη η γραφή. Ορφανός κειμένου ο άνθρωπος είχε μικρούς Θεούς να τον ορίζουν και σκάρωνε κόσμους και γυναίκες από πηλό. Η σύνθεση ξεκινά ακριβώς με αυτήν την αναψηλάφηση πανάρχαιων μύθων και την αντίφαση που χτίζεται σε όλη της την ανάπτυξη και οδηγεί το ποιητικό «εγώ» σ’ έναν αμφίσημο λόγο-εκφορά: «Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Ηταν μετρίου αναστήματος, μέτριου βάθους, μέτριας ζωής». Αυτή η σχεδόν γυναίκα, απαλλαγμένη από τα χαρακτηριστικά του αλλοτινού της μεγαλείου, ενδύεται ονόματα-σύμβολα, απεκδυόμενη κάθε ευθύνη: ανήκει στον αρσενικό πλάστη, που την ορίζει αφετηρία της προσωπικής του μυθολογίας, ενώ η Αγάπη, που εξουσιάζει και σμιλεύει τελετουργικά όλη την ποιητική σύνθεση, οδηγεί προς μια καθαρτήρια έξοδο: «η αγάπη ζει χωρίς γραμματική εκεί που η μετοχή είναι απεριόριστη».

Η Μάριαν, έρμαιο του πεπρωμένου της, θα επιστρέφει ξανά και ξανά, ως φάντασμα, ναρκισσευόμενος Σίσυφος, στον τόπο του εγκλήματος. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αυτό το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου που πεθαίνει αργά και βασανιστικά στην πορεία των στίχων και ξαναγεννιέται από τις στάχτες τους, γνωστή και από άλλα βιβλία του ποιητή, δεν είναι παρά η υπέρτατη δικαιολογία για να καταγραφεί το απόλυτο της Αγάπης, σ’ ένα σύμπαν που την επικαλείται για να μπορέσει να επαναπροσδιορίσει το όνομά του: «Χωρίς εσένα δεν ξέρω να ζω».

Το So Long, Marianne διακατέχεται από ετούτον τον σπαραχτικό διχασμό ανάμεσα στο χθες και το αύριο, ανάμεσα στο φαντασιώδες και το υπαρκτό, διαλύεται μέσα σε ανίερες φωτοσκιάσεις, δείχνοντας ότι κλείνει έναν μεγάλο κύκλο. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, στερημένη όλων των χαρακτηριστικών της που θα την καθιστούσαν μήτρα και γένεση, το μόνο που ξέρει και μπορεί πια είναι να γεννάει ερείπια και θάνατο: «Το σπίτι μας ήταν τελικά ο εξώστης του ουρανού από τη σωστή πλευρά του Παραδείσου που χώλαινε όλες τις χιλιετίες». Αυτό το σπίτι που κάποτε κατοικήθηκε από τα αβυσσαλέα μάτια του Μπλέικ και το σώμα της Λίλιθ, της Εύας ή της κοιμισμένης Παναγιάς, μοναχικό στη μέση της θάλασσας και της έρημης χώρας, ψίχουλο σταθερότητας στην κινούμενη άμμο των εναλλασσόμενων αισθημάτων και αισθήσεων, μετεωρίζεται κι αυτό σ’ ένα τοπίο ανάπηρο, όπως και τα αντικείμενα που το στοιχειώνουν. Το πνιχτό δέος απέναντι στη γυναίκα που ήταν ο κόσμος, τη Μαρία που υπήρξε ή δεν υπήρξε, μεταμορφώνεται αέναα σε τρομακτική γενναιότητα, μπροστά στο κάτοπτρο που εικονίζει το ανεστραμμένο είδωλο: «Να θυμηθώ / να σ’ αγαπήσω καλύτερα / στο τέλος / και του επόμενου κόσμου».

Εν τέλει, αυτός θα μπορούσε να είναι, από μόνος του, κι ένας ορισμός της ποίησης: Η ποίηση σαν μια διαρκής προσπάθεια καταγραφής της αδικίας του συντελεσμένου...

* Η κ. Μαρία Μανδάλου είναι ποιήτρια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ