ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η εποχή πριν από την κρίση δεν επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχιτεκτονική της πρωτεύουσας, με εξαίρεση έναν μικρό «καλλωπισμό» της Αθήνας πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Οι Αγώνες υπήρξαν ένα χαμένο στοίχημα για την αρχιτεκτονική, καθώς εστίασαν στα μεγάλα έργα υποδομής (αεροδρόμιο, Αττική Οδός, μετρό, τραμ και προαστιακός) που επέτρεψαν τη διάχυση της Αθήνας σε όλη την Αττική, την ίδια στιγμή που το κέντρο της αφηνόταν στη σταδιακή παρακμή ή την κατάληψη από εξαθλιωμένους μετανάστες.

Η ευδαιμονία του υπέρμετρου καταναλωτισμού της περιόδου αυτής συγκάλυπτε επιτυχώς τη διαρκώς αυξανόμενη ετερογένεια του κοινωνικού και πολεοδομικού ιστού.

Με τον ερχομό της κρίσης, το «σώμα» της Αθήνας δέχθηκε αμέτρητα βίαια «χτυπήματα». Στη διάρκεια αναρίθμητων διαδηλώσεων που κατέληγαν σε σφοδρές συμπλοκές, τμήματα κτιριακών όψεων, πλακοστρώσεων πλατειών και πεζοδρομίων, μαρμάρινων σκαλών και χειρολισθήρων, ρείθρων ακόμη και δημόσιων γλυπτών αποξηλώθηκαν για να χρησιμεύσουν ως «πυρομαχικά». Βιτρίνες καταστημάτων θρυμματίστηκαν, τα ρολά τους ξεριζώθηκαν, ΑΤΜ τραπεζών καταστράφηκαν, κάδοι απορριμμάτων και αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν, όψεις κτιρίων καλύφθηκαν με συνθήματα ή μπογιές.


Πανοραμική θέα της Αθήνας από το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος Νιάρχου. Ο κήπος του αποτελεί μια σχεδιασμένη εκδοχή «πρασίνου» στην πόλη.

Η σύγχρονη Αθήνα (η πόλη) ως υλική έκφραση του επικρατούντος πολιτικοοικονομικού συστήματος είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση. Ο βανδαλισμός ή ο εμπρησμός αναγνωρίσιμων νεοκλασικών κτιρίων και δημόσιων χώρων, στενά συνδεδεμένων με την ιστορία και τη ζωή της πόλης, στοχοποίησαν τα αρχιτεκτονικά σύμβολα που συγκρότησαν την ταυτότητα του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Η κρίση κατέστησε την κρατική και την τοπική εξουσία «αδύναμη», τόσο σε οικονομικούς πόρους όσο και σε ιδεολογία, και οδήγησε στην «απόσυρσή» της από τον σχεδιασμό του δημόσιου χώρου του κέντρου της Αθήνας και τον αυτοπεριορισμό της στη φροντίδα του πληθυσμού που αντιμετώπιζε σημαντικές δυσκολίες διαβίωσης: οι διαδικασίες μέριμνας αντικατέστησαν πλήρως τις υλικές επεμβάσεις στον αστικό χώρο.

Η πόλη, που είναι ταυτόχρονα ο δομημένος χώρος και οι άνθρωποί της, είχε απολέσει το ένα της μισό. Το κενό που δημιουργήθηκε καλύφθηκε γρήγορα από άλλες οντότητες που έκαναν δυναμικά την εμφάνισή τους στο προσκήνιο: ομάδες πολιτών και συλλογικότητες στη μικρή, τοπική κλίμακα της γειτονιάς και κοινωφελή ιδρύματα στη μεγάλη κλίμακα της πόλης.


Εξάρχεια, δενδροφύτευση στο πάρκο Ναυαρίνου.

Ομως ο νέος δημόσιος χώρος που παράχθηκε από τις συλλογικότητες και τα ιδρύματα δεν είναι πια «αστικός» (civic) αλλά «πράσινος». Το «πράσινο», ως ένας γενικός όρος, διαφεύγων σαφή προσδιορισμό, που περιγράφει στοιχεία και μορφές φύσης, αποκτά θεμελιώδη σημασία και συγκροτεί το εννοιολογικό πλαίσιο του σχεδιασμού του δημόσιου χώρου.

Τα μικρά πάρκα στην οδό Ναυαρίνου στα Εξάρχεια, στην οδό Κύπρου στα Πατήσια, στην οδό Πλαταιών στο Μεταξουργείο και τα «πάρκα τσέπης» (pocket parks) που έφτιαξε η ομάδα Atenistas, σε διάφορα χέρσα οικόπεδα στην Αθήνα, συγκροτούν εκδοχές ασχεδίαστου «πρασίνου» πρωταρχικής μορφής. Η νικητήρια πρόταση του διαγωνισμού Rethink Athens του Ιδρύματος Ωνάση, που εκλάμβανε τον άξονα της Πανεπιστημίου και όλες τις πλατείες κατά μήκος του μέχρι και την πλατεία Ομονοίας, ως πράσινες εκτάσεις, το νέο πάρκο του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Νιάρχου αλλά και ο επανασχεδιασμός του φαληρικού μετώπου ως ένα παραθαλάσσιο πάρκο από κουκουναριές συγκροτούν σχεδιασμένες εκδοχές «πρασίνου» από διακεκριμένους αρχιτέκτονες. Το «πράσινο» υιοθετείται λοιπόν ως μια πειστική εναλλακτική του απαξιωμένου δημόσιου χώρου της πόλης. Αποτελεί το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο κλισέ, είναι «α-πολιτικό», απόλυτα αποδεκτό από όλο το πολιτικό φάσμα, υπόσχεται ένα βιώσιμο περιβάλλον εξασφαλίζοντας εκ των προτέρων συναίνεση, ευαγγελίζεται ευτυχία, ακόμη και ευφορία, τη δημιουργία μιας χαρούμενης και αισιόδοξης κοινότητας.

Αντι-αστική επιλογή

Το «πράσινο» είναι όμως βαθιά αντι-αστικό, καθώς αντιπαρατίθεται στην πόλη και την αρχιτεκτονική της. Ουσιαστικά προσφέρει την «απόδραση» από την πόλη με ταυτόχρονη παραμονή σε αυτήν και εμφανίζεται ως «καταφύγιο» από τις παθογένειες του αστικού μας πολιτισμού.

Βγαίνουμε λοιπόν από την εποχή της κρίσης «αποδρώντας» σε «πράσινα καταφύγια» μέσα στην ίδια μας την πόλη που δεν είναι πλέον ελκυστική καθώς την έχουμε απαξιώσει εγκαταλείποντας και βανδαλίζοντάς την, παραμελώντας τα κτίρια και τον δημόσιο χώρο της.


Η μακέτα με το ανασχεδιασμένο πάρκο του Ελληνικού.

Ομως «η πόλη είναι ό,τι έχουμε». Δεν μπορεί να υπάρξει η εποχή μετά-την-κρίση και η οικονομική ανάπτυξη, στην οποία όλοι προσβλέπουμε, χωρίς τη νέα πόλη που θα αποτελέσει την υλική έκφραση της νέας, πολυπρόσωπης, αισιόδοξης, ανοικτής, φιλόξενης, φιλοπρόοδης κοινωνίας της Αθήνας, χωρίς την επόμενη Αθήνα. Ενα όραμα για την επόμενη Αθήνα μοιάζει λοιπόν αναγκαίο.

Οσον αφορά το όραμα για την επόμενη Αθήνα δεν θα πρόκειται για σχεδιαστικές διευθετήσεις τοπικών τεχνικών υπηρεσιών και μικροκινήσεις εξωραϊσμού, αλλά για ένα ευρύτερο σχέδιο πολλαπλών στοχευμένων παρεμβάσεων στην πόλη που θα βασίζονται σε αρχιτεκτονικές χειρονομίες στιβαρές, αφαιρετικές, ευρηματικές, ευφυείς, εκφράσεις των πολλών αξιόλογων δημιουργικών δυνάμεων του τόπου, που σήμερα έχουν καταδικαστεί σε ύπνωση, αλλά και σημαντικών ξένων. Το όραμα για την επόμενη Αθήνα θα είναι αγκυρωμένο στην ιστορία και στον πολιτισμό της Αθήνας που θα αποτελέσουν το έναυσμα πρωτότυπης δημιουργίας, όχι μίμησης.

Θα επιδιώξει τον επανασχεδιασμό ανοικτών δημόσιων αστικών χώρων που θα ξαναφέρουν κοντά τους κατοίκους της πόλης (και τους χιλιάδες επισκέπτες της που συνεχώς αυξάνονται) επιτρέποντάς τους να φανούν και να δουν τους άλλους, να ακουστούν και να ακούσουν τους άλλους.

Θα θεραπεύσει το άγος της πλατείας Ομονοίας (και άλλων ασχημάτιστων πλατειών όπως η Κοραή, η Βαρβακείου, η Δικαιοσύνης, η Αιγύπτου, η Κουμουνδούρου και ο χώρος στη βορειοανατολική απόληξη του ΕΜΣΤ, εκεί όπου κάποτε υπήρχε το κατεδαφισμένο δεύτερο μισό του κτιρίου Φιξ).

Οι αποκομμένες συνοικίες


Έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, εμβληματικό κτίριο στην παρηκμασμένη Πατησίων.

Το όραμα θα στοχεύσει στην αποκατάσταση της συνοχής της πόλης, «αναστηλώνοντας» και επανεντάσσοντας σε αυτήν τις αποκομμένες και παρηκμασμένες συνοικίες, όπως αυτές των Εξαρχείων (ανοίγοντας και αναδεικνύοντας τους «θυλάκους» του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Πολυτεχνείου), των Πατησίων και της Κυψέλης. Θα συνδέσει την πόλη με το παραθαλάσσιο μέτωπό της και, ακόμη πιο πέρα, με την ακτογραμμή του Σαρωνικού, με διαδρομές επίγειες αλλά και υδάτινες που θα ενώνουν νέους δημόσιους χώρους.

Θα αντιληφθεί το Ελληνικό ως μια πολύ μεγάλη, μοναδική ευκαιρία για την Αθήνα.

Θα διαμορφώσει μια στρατηγική για τον Ελαιώνα ως ένα νέο, υβριδικό αστικό και αγροτικό περιβάλλον.

Αν αυτός ο μετασχηματισμός της Αθήνας παραγάγει ένα νέο πρωτότυπο αρχιτεκτονικό παράδειγμα, σύγχρονο αλλά ταυτόχρονα διαχρονικό, ελληνικό αλλά με ευρύτερη διεθνή σημασία, τότε μια νέα πρωτεύουσα και ένας παγκόσμιος προορισμός θα έχει σχηματιστεί, διακόσια χρόνια μετά την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους.

* Ο κ. Γιάννης Α. Αίσωπος είναι καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Πατρών και διευθυντής του ΠΜΣ Αρχιτεκτονική και Αστικός Σχεδιασμός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ