ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε μια προ πενταετίας συνέντευξή του στους New York Times, απαντώντας στην ερώτηση ποιον άνθρωπο, νεκρό ή ζωντανό, θα ήθελε να συναντήσει, ο Τζέιμς Πάτερσον είχε απαντήσει το εξής: «Θα ήθελα να γευματίσω με τον Μπιλ Κλίντον. Ίσως να έπινα ένα ποτό με τον Χάντερ Τόμπσον. Επίσης, ένα δείπνο με την Αντζελίνα Τζολί θα ήταν θαυμάσιο». Υποθέτουμε ότι με την κ. Τζολί δεν συναντήθηκε ή τουλάχιστον δεν το γνωρίζουμε. Ο Τόμπσον δεν βρίσκεται στη ζωή εδώ και αρκετά χρόνια. Ο Κλίντον, όμως, επικοινώνησε με τον συγγραφέα και του πρότεινε πράγματι να συναντηθούν, και λίγο καιρό αργότερα πέρασαν μερικές ώρες κουβεντιάζοντας στην Μπόκα Ρατόν. Ήταν η αρχή μιας φιλίας που κατέληξε στη συγγραφή του μπεστ σέλερ του φετινού καλοκαιριού.

Η ιδέα να γράψουν ένα βιβλίο μαζί δεν ήταν κανενός από τους δύο. Τους το πρότεινε ο Ρόμπερτ Μπαρνέτ, κοινός φίλος και δικηγόρος τους. Ο Κλίντον, έτσι κι αλλιώς, έχει γράψει τρία βιβλία, όχι λογοτεχνικά βέβαια, και έχει τη φήμη ικανού αφηγητή – είναι επίσης γνωστό ότι πρόκειται για βιβλιοφάγο, με μια ευρύτατη γκάμα αναγνωστικών ενδιαφερόντων που φτάνουν μέχρι τα μυθιστορήματα μυστηρίου. Τον τομέα, δηλαδή, όπου διαπρέπει ο Τζέιμς Πάτερσον, ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς της εποχής μας, με πωλήσεις άνω των 375 εκατ. αντιτύπων. Στα βιβλία του, πάντως, δεν θα βρείτε λογοτεχνική «ποιότητα». Ο Πάτερσον γράφει αυτό που λέμε «page turner», το είδος του μυθιστορήματος όπου γυρνάς τις σελίδες γιατί θέλεις να μάθεις τι γίνεται παρακάτω. 

Το αποτέλεσμα αυτής της παράδοξης συνεργασίας του πρώην πλανητάρχη και του μπεστσελερίστα συγγραφέα τιτλοφορείται «Ο πρόεδρος αγνοείται» και κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ τον Ιούνιο. Σε λίγες μέρες θα είναι
διαθέσιμο και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Πρόκειται για έναν συνδυασμό των συγγραφικών αρετών του Πάτερσον, την ταχύτητα δηλαδή με την οποία ξεδιπλώνεται και κατόπιν διακλαδίζεται η πλοκή, και των γνώσεων του Μπιλ Κλίντον – των γνώσεών του σχετικά με το πώς είναι να είσαι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς αυτό ακριβώς είναι ο πρωταγωνιστής αυτού του πολιτικού θρίλερ. 

Ο πρόεδρος λοιπόν, Τζόναθαν Ντάνκαν, αγνοείται, όπως αναφέρεται στον τίτλο, εν μέσω της πρωτοφανούς απειλής μιας μαζικής και καταστροφικής κυβερνοεπίθεσης. Υπάρχουν σημεία όπου η ιστορία μοιάζει μη αληθοφανής. Ο αναγνώστης ίσως βιαστεί να τα κρίνει υπερβολικά – το ίδιο έκανε και ο Πάτερσον. Αλλά είναι αυτά ακριβώς τα σημεία για τα οποία ο Κλίντον δεσμεύεται ότι «θα μπορούσαν να είναι αληθινά», επικαλούμενος την εμπειρία του από την οκταετή του θητεία. Άλλωστε, ο ίδιος έχει πει ότι η αληθοφάνεια ήταν η σημαντικότερη αποστολή του στη δημιουργία του βιβλίου. Να εξασφαλίσει ότι θα μεταφερθούν όλα όπως είναι (για παράδειγμα οι αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες του Λευκού Οίκου) ή όπως θα μπορούσαν να είναι (οι φράσεις που λέγονται σε μια κομβική σύσκεψη πίσω από κλειστές πόρτες).  

Ποιός έγραψε τι

Δεν είναι εύκολο να γράψεις ένα βιβλίο και είναι ακόμα πιο δύσκολο να το γράψεις μαζί με κάποιον άλλον. Όποιος το έχει δοκιμάσει ακόμα και για ένα μικρό κείμενο (πόσω μάλλον για ένα βιβλίο 570 σελίδων) μπορεί να το καταλάβει. Δεν είναι σαφές πώς ακριβώς δούλεψαν οι Κλίντον και Πάτερσον. Ασφαλώς όχι πρόταση πρόταση. Έγραφαν για περίπου έναν χρόνο ο καθένας στον χώρο του, συζητούσαν από το τηλέφωνο και κάποιες λίγες φορές βρέθηκαν από κοντά. Σε ό,τι αφορούσε ζητήματα τεχνολογίας και τεχνικές λεπτομέρειες έκαναν την έρευνά τους με τη βοήθεια ειδικών. Παραδέχονται ότι ορισμένα σημεία, ειδικά τα πρώτα κεφάλαια, χρειάστηκε να τα ξαναγράψουν πολλές φορές. Όλα αυτά κράτησαν περίπου έναν χρόνο. 

Ωστόσο, χάρη σε μια ψηφιακή γλωσσολογική ανάλυση που πραγματοποιήθηκε (και που την εξηγεί θαυμάσια ο καθηγητής Τζέιμς Ο’Σάλιβαν σε κείμενό του στον Guardian), έχουμε μια αρκετά καθαρή εικόνα για το ποιος έγραψε τι. Τα ευρήματα της έρευνας πιστοποιούν ότι ο κύριος όγκος του κειμένου γράφτηκε από τον Πάτερσον, με το ύφος του όμως να διαφέρει από αυτό που συνήθως συναντάμε στα βιβλία του, απόδειξη ότι το έγραψε με παρεμβάσεις. Το σημείο του βιβλίου όπου το στυλ γραφής του Πάτερσον δεν εντοπίζεται καθόλου είναι στο φινάλε. Εκεί όπου ο πρόεδρος Ντάνκαν απευθύνεται στο Κογκρέσο σε έναν τόνο καθαρά πολιτικό. Σε αυτό το σημείο η έρευνα εντοπίζει σημαντική ταύτιση με τα προηγούμενα γραπτά κείμενα του προέδρου Κλίντον. 

Λίγη σημασία έχει. Το βιβλίο βρίσκεται για 12η συνεχή εβδομάδα στη λίστα των ευπώλητων των New York Times, ενώ το δίκτυο Showtime έχει εξασφαλίσει ήδη τα δικαιώματα για τη μεταφορά του στην τηλεόραση. Θα διαβαστεί στην Ελλάδα και θα συνεχίσει να διαβάζεται σε όλο τον κόσμο. Γιατί, αν μη τι άλλο, η απόφαση του Μπιλ Κλίντον, στα 72 του χρόνια, να στραφεί στη λογοτεχνία προκαλεί μια κάποια περιέργεια. Η περιέργεια θα μεγαλώσει όταν ο αναγνώστης διαπιστώσει ότι ο φανταστικός πρόεδρος Ντάνκαν έχει αρκετές ομοιότητες με τον ίδιο τον Κλίντον: πρώην κυβερνήτης πολιτείας του Νότου, πατέρας μιας ταλαντούχας κόρης, μεσαίο όνομα πρώην προέδρου – «Λίνκολν» για τον Ντάνκαν, «Τζέφερσον» για τον Κλίντον. Έχει βέβαια και διαφορές, όπως ότι ο Ντάνκαν είναι βετεράνος του πολέμου του Κόλπου ή ότι η σύζυγός του έχει πεθάνει. Η περιέργεια τελικά μεταφέρεται στο ίδιο το κείμενο. Γιατί το βιβλίο πετυχαίνει τον στόχο του, διαβάζεται εύκολα, «τρέχει», γεννάει αγωνίες και ερωτηματικά, κρατάει τον αναγνώστη στις σελίδες του και τον μεταφέρει στους διαδρόμους του Λευκού Οίκου, στα μυστικά περάσματα και στα κρυφά υπόγεια, τα οποία, ας το επαναλάβουμε, μόνο κάποιος που έχει θητεύσει εκεί μπορεί να γνωρίζει.

Το «Ο πρόεδρος αγνοείται» θα κυκλοφορήσει μέσα στον Σεπτέμβριο από τις εκδόσεις Ωκεανίδα με σκληρό ή μαλακό εξώφυλλο. thepresidentismissingbook.gr

 

Διαβάστε αποκλειστικά στο «Κ» την αρχή του πολυσυζητημένου μυθιστορήματος. 

ΠΕΜΠΤΗ, 10 ΜΑΪΟΥ

«Άρχεται η συνεδρίαση της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής...»

Οι καρχαρίες τριγυρίζουν γύρω μου, τα ρουθούνια τους πάλλονται στην οσμή του αίματος. Είναι δεκατρείς, οκτώ από την αντιπολίτευση και πέντε από το δικό μου κόμμα, κι έχω συνεργαστεί με δικηγόρους και συμβούλους για ν’ αντιμετωπίσω αυτούς τους καρχαρίες. Έμαθα με πολύ σκληρό τρόπο πως, όσο προετοιμασμένος κι αν είσαι, ελάχιστες άμυνες μπορείς να προβάλλεις απέναντι σε αρπακτικά. Κάποιες φορές, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ορμήσεις πάνω τους και να πολεμήσεις.

Μην το κάνεις, με ικέτευσε ξανά χθες το βράδυ η Κάρολιν Μπροκ, η προσωπάρχης μου, όπως το έχει ήδη κάνει ένα σωρό φορές. Δεν γίνεται να παρουσιαστείς στις συνεδριάσεις αυτής της επιτροπής. Έχεις να χάσεις τα πάντα χωρίς να κερδίσεις τίποτα.

Δεν γίνεται να απαντήσεις σ’ αυτή την ερώτηση.

Θα σημάνει το τέλος της προεδρίας σου.

Κοιτάζω ερευνητικά τα δεκατρία πρόσωπα απέναντί μου. Καθισμένοι στη σειρά, θυμίζουν Ιερά Εξέταση. Ο άντρας με τα ασημένια μαλλιά στο κέντρο, που έχει μπροστά του μια πινακίδα η οποία λέει ΚΥΡΙΟΣ ΡΟΟΥΝΤΣ, ξεροβήχει.

Ο Λέστερ Ρόουντς, ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, δεν μετέχει συνήθως σε συνεδριάσεις επιτροπών, αλλά κάνει εξαίρεση για τούτη την εξεταστική επιτροπή, που την έχει επανδρώσει με μέλη του Κογκρέσου που ανήκουν στο δικό του κόμμα, τα οποία φαίνεται να έχουν σκοπό της ζωής τους να εμποδίσουν το πρόγραμμά μου και να με καταστρέψουν πολιτικά και προσωπικά. Η αγριότητα στο κυνήγι της εξουσίας είναι αρχαιότερη κι από τη Βίβλο, αλλά κάποιοι από τους αντιπάλους μου με μισούν θανάσιμα. Δεν θέλουν απλά να με διώξουν από το αξίωμά μου: Δεν θα νιώσουν ικανοποιημένοι αν δεν με στείλουν στη φυλακή, αν δεν με κάνουν κομματάκια και με διαγράψουν από τα βιβλία της Ιστορίας. Διάολε, αν μπορούσαν να κάνουν το κέφι τους, θα έβαζαν φωτιά στο σπίτι μου στη Βόρεια Καρολίνα και θα έφτυναν στον τάφο της γυναίκας μου.

Ισιώνω τον μακρύ βραχίονα του μικροφώνου και το τεντώνω σ’ όλο του το μήκος, για να έρθει όσο πιο κοντά μου γίνεται. Δεν θέλω να σκύβω για να μιλήσω, τη στιγμή που τα μέλη της επιτροπής θα κάθονται στητά στα καθίσματά τους με τις ψηλές ράχες, σαν βασιλιάδες και βασίλισσες στους θρόνους τους. Αν σκύβω μπροστά, θα δείχνω αδύναμος, υποτακτικός, σαν να δηλώνω υποσυνείδητα πως βρίσκομαι στο έλεός τους.

Κάθομαι μόνος. Χωρίς βοηθούς, δικηγόρους, σημειώσεις. Δεν θα με δει ο αμερικανικός λαός να μιλάω ψιθυριστά με κάποιον νομικό, κλείνοντας με τη χούφτα μου το μικρόφωνο κι ύστερα να δηλώνω Αυτό το συγκεκριμένο θέμα δεν το θυμάμαι, κύριε βουλευτά. Εγώ δεν κρύβομαι. Δεν έπρεπε να βρίσκομαι εδώ –και, μα τον Θεό, δεν θέλω να βρίσκομαι εδώ– μα να που βρίσκομαι. Μόνος μου. Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών αντιμέτωπος με τον όχλο των κατηγόρων του.

Στη γωνία της αίθουσας κάθεται η τριάδα των κορυφαίων συνεργατών μου και παρακολουθεί: Είναι η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Κάρολιν Μπροκ. Ο Ντάνι Έικερς, ο πιο παλιός μου φίλος και νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου. Κι η Τζένι Μπρίκμαν, αναπληρώτρια προσωπάρχης και ανώτερη πολιτική σύμβουλος. Όλοι τους είναι ανέκφραστοι, στωικοί αλλά ανήσυχοι. Κανείς τους δεν ήθελε να το κάνω τούτο το πράγμα. Είχαν καταλήξει ομόφωνα ότι έκανα το μεγαλύτερο λάθος της προεδρίας μου.

Ωστόσο βρίσκομαι εδώ. Τούτη την ώρα. Θα δούμε αν είχαν δίκιο.

«Κύριε Πρόεδρε».

«Κύριε πρόεδρε της Βουλής». Τυπικά, έπρεπε να τον προσφωνήσω Κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής, αλλά μέσα μου ήθελα να τον αποκαλέσω με πολλά άλλα ονόματα.

Αυτή η διαδικασία μπορούσε ν’ αρχίσει με πολλούς τρόπους. Με μια ομιλία μεταμφιεσμένη σε ερώτηση, που όμως θα δίνει αυτάρεσκα συγχαρητήρια στον εαυτό του. Ή με κάποιες ανώδυνες προκαταρκτικές ερωτήσεις. Ωστόσο, έχω δει πολλά βίντεο με τον Λέστερ Ρόουντς να ανακρίνει μάρτυρες, πριν γίνει πρόεδρος της Βουλής, τότε που ήταν ένας ασήμαντος βουλευτής, μέλος της Εποπτικής Επιτροπής της Βουλής, και ξέρω πως αρέσκεται στα δυνατά ανοίγματα, θέλει να πιάνει τον μάρτυρα από τον λαιμό. Ξέρει –το έμαθε, όπως κι όλος ο κόσμος, το 1988, όταν ο Μάικλ Δουκάκις τα θαλάσσωσε στην πρώτη ερώτηση του ντιμπέιτ, για τη θανατική ποινή– πως, όταν την πατήσεις στην αρχή, μόνο αυτό θυμάται ο κόσμος και ξεχνάει όλα τ’ άλλα.

Ο πρόεδρος της Βουλής θα ακολουθήσει το ίδιο σχέδιο επίθεσης και με έναν Πρόεδρο εν ενεργεία;

Και βέβαια.

«Πρόεδρε Ντάνκαν», αρχίζει. «Από πότε αναλάβαμε να προστατεύουμε τρομοκράτες;»

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ