ΕΛΛΑΔΑ

Η παθιασμένη κοινότητα των Ελλήνων συλλεκτών κοχυλιών

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

«Ο σωστός συλλέκτης μαζεύει μόνο νεκρά κοχύλια, δεν προκαλεί ζημιά στον βυθό για να τα αποκτήσει. Επιπλέον, όλοι πρέπει να γνωρίζουμε ποια είδη είναι απειλούμενα», τονίζει στην «Κ» ο Γιώργος Μπάζιος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι μια κοινή συνθήκη στη χώρα μας. Καθώς οι αποσκευές αδειάζουν, ανάμεσα στα μικρά αναμνηστικά του καλοκαιριού, μαζί με κάποιο βότσαλο ή ένα φαγωμένο από τη θάλασσα ξύλο βρίσκεται σίγουρα και ένα κοχύλι, «φορτωμένο» με τη μυρωδιά της θάλασσας και τις ωραίες αναμνήσεις μιας εκδρομής. Για τους περισσότερους, η υπόθεση τελειώνει εκεί. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που, γοητευμένοι από τη γεωμετρία, το σχήμα, το χρώμα προχωρούν λίγο περισσότερο. Μαζί με την αύξηση της συλλογής έρχεται και η ανάγκη για γνώση και το πάθος, αυτό που χαρακτηρίζει όλους τους συλλέκτες.

Κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία και για τον Γιώργο Μπάζιο, εργαζόμενο στις ΣΤΑΣΥ. «Επειδή οι γονείς μου ήταν δάσκαλοι, περνούσαμε 2,5 μήνες κάθε καλοκαίρι στην Πρέβεζα, όλη ημέρα στη θάλασσα. Ο,τι έβρισκα, το μάζευα. Κάποια στιγμή βρέθηκα να έχω πολλά κοχύλια σε κουτιά, πήρα το πρώτο μου βιβλίο –ιταλικό, αφού δεν υπήρχε ελληνική έκδοση– και έτσι κάπως ξεκίνησα».

Η συλλογή ξεκινά από την παραλία και έχει συγκεκριμένες αρχές. «Είναι ο πιο κοινός τρόπος να ξεκινήσεις. Συνήθως όμως τα κοχύλια είναι φθαρμένα. Κι έτσι οι συλλέκτες απευθυνόμαστε στους βαρκάρηδες, για τις... παράπλευρες απώλειες του ψαρέματος. Πρέπει να σημειώσω ότι ο σωστός συλλέκτης μαζεύει μόνο νεκρά κοχύλια και δεν προκαλεί ζημιά στον βυθό για να τα αποκτήσει. Επιπλέον όλοι, όχι μόνο οι συλλέκτες, πρέπει να γνωρίζουμε ποια είδη είναι απειλούμενα. Στη χώρα μας απειλούμενα θεωρούνται τα περισσότερα μεγάλα είδη (όπως η πίνα, η μπουρού, η μπουχώνα), αλλά και ορισμένα από αυτά που σχετίζονται με το φαγητό, όπως ο πετροσωλήνας, που για την παράνομη συλλογή του γίνεται μεγάλη καταστροφή από δύτες με υποβρύχια κομπρεσέρ».

Ο κ. Μπάζιος είναι συν-διαχειριστής της «Hellenic Conches», μιας κλειστής ομάδας στο Facebook που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του συλλέκτη Θανάση Μανούση. Εκεί, όσοι ασχολούνται ή ενδιαφέρονται για τη συλλογή κοχυλιών παρουσιάζουν τα είδη που έχουν βρει, ζητούν πληροφορίες για όσα δεν γνωρίζουν, συζητούν. «Κάποιοι “ανεβάζουν” φωτογραφίες φαγητών στο Ιντερνετ, εμείς ανεβάζουμε κοχύλια», χαριτολογεί. Ομως η ενασχόληση με τα κοχύλια για ορισμένους συλλέκτες ξεπερνά τα όρια του «χόμπι». «Εφόσον η συλλογή γίνει με επιστημονικό τρόπο μπορεί να βοηθήσει στη μελέτη της βιοποικιλότητας στη χώρα μας. Πρόσφατα με μια ομάδα πέντε ατόμων (Σοφία Γαληνού, Θανάσης Μανούσης, Κώστας Κονταδάκης και Γιώργος Πολυζούδης) κάναμε μια μελέτη για δύο νέα είδη μικρών γαστερόποδων (ραφιτόμες) και τη δημοσιεύσαμε στo Journal of Biological Research-Thessaloniki. Επίσης, πολλοί επιστήμονες μας προτρέπουν να αναφέρουμε τα ξενικά είδη, που είναι πολύ δύσκολο για έναν φορέα να τα παρακολουθήσει», εξηγεί ο κ. Μπάζιος. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ενδιαφέρον ερευνητών και συλλεκτών εστιάζεται στα μικρά κοχύλια, καθώς τα μεγάλα θεωρείται ότι έχουν «εξαντληθεί» επιστημονικά.

Η κοινότητα των Ελλήνων συλλεκτών κοχυλιών είναι μικρή, έχει όμως ορισμένα ξεχωριστά μέλη. «Ο Μυταράς, για παράδειγμα, ήταν ο πιο φανατικός συλλέκτης κοχυλιών στη χώρα μας. Ελεγε ότι αντλεί έμπνευση από αυτά. Ταξίδευε μάλιστα σε εκθέσεις στο εξωτερικό και αγόραζε είδη», λέει ο κ. Μπάζιος. «Ο παλαιότερος συλλέκτης που έχουμε καταφέρει να βρούμε ήταν ο Νικόλαος Κονεμένος, διάσημος ως λόγιος, ένας από τους πρώτους δημοτικιστές. Επειτα από έρευνα, καθώς καταγόταν και αυτός από την Πρέβεζα, βρήκα τον επικήδειό του, όπου αναφερόταν πως είχε συλλογή με 30.000 κοχύλια. Τα ίχνη της συλλογής, όμως έχουν χαθεί. Την κληροδότησε όταν πέθανε το 1906 στον γιο του, που με τη σειρά του την παραχώρησε το 1927 στο Δημόσιο, ζητώντας να πωληθεί και με το ποσό που θα συγκεντρωνόταν να δινόταν μια υποτροφία για έναν γεωπόνο να σπουδάσει στην Αγγλία. Το υπουργείο όμως δεν προχώρησε στην εκτίμησή της. Εχω φθάσει στην έρευνά μου μέχρι το 1950, όπου η συλλογή φυλασσόταν ακόμα στο σπίτι του Κονεμένου στην Κέρκυρα και μετά χάνονται τα ίχνη της».

«Λείπει ένα μουσείο»

Επιστήμονες και ερασιτέχνες μελετητές των κοχυλιών σημειώνουν την απουσία ενός μεγάλου μουσείου στη χώρα μας. «Υπάρχουν μόνο ορισμένες συλλογές ιδιωτών, όπως του Μουσείου Γουλανδρή. Αυτό που λείπει είναι ένα μουσείο, όπου και το κοινό θα έχει ελεύθερη πρόσβαση και θα γίνεται παράλληλα επιστημονική έρευνα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ