ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

«Θεέ μου, μας σκοτώνουν» ήταν ο τίτλος του εβδομαδιαίου συντηρητικού περιοδικού Newsweek σχετικά με τα γεγονότα της 4ης Μαΐου 1970, όταν οι Αμερικανοί εθνοφρουροί άνοιξαν πυρ εναντίον μιας βίαιης αντιπολεμικής διαδήλωσης στην πανεπιστημιούπολη του Kent State University στο Οχάιο. Σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές, το πυρ κράτησε λιγότερο από μισό λεπτό, αν και αυτόπτες μάρτυρες αμφισβητούν την πληροφορία. Οι 67 πυροβολισμοί σκότωσαν τέσσερις φοιτητές, δύο από τους οποίους δεν μετείχαν στη διαμαρτυρία, και τραυμάτισαν εννέα. Οι στίχοι του τραγουδιού «Οχάιο» του Νιλ Γιανγκ παρέδωσαν στη μνήμη τα γεγονότα εκείνης της ημέρας: «Tin soldiers and Nixon coming/ We’re finally on our own/ This summer I hear the drumming/ Four dead in Ohio» («Ερχονται μολυβένιοι στρατιώτες και ο Νίξον/ Είμαστε τελικά μόνοι μας/ Αυτό το καλοκαίρι ακούω τα τύμπανα του πολέμου/ Τέσσερις νεκροί στο Οχάιο»).

Τα γεγονότα του Kent State αποκάλυψαν πόσο εύθραυστο είχε γίνει το αμερικανικό εσωτερικό μέτωπο στον Πόλεμο του Βιετνάμ. Οι διαμαρτυρίες οργανώθηκαν ως αντίδραση στην ανακοίνωση του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, στις 30 Απριλίου, ότι οι ΗΠΑ είχαν εισβάλει στην Καμπότζη. Ο Νίξον αιτιολόγησε την εισβολή με το επιχείρημα ότι οι ΗΠΑ έπρεπε να δείξουν ότι δεν ήταν ένας «αδύναμος γίγαντας» και ότι αποσκοπούσαν σε ταχεία λήξη του Πολέμου του Βιετνάμ με την κατάληψη του Bamboo Pentagon των Βιετκόνγκ – του μυθώδους, ανύπαρκτου «αρχηγείου της κομμουνιστικής στρατιωτικής επιχείρησης στο Νότιο Βιετνάμ». Ωστόσο, τα αιματηρά γεγονότα στο Kent State υπήρξαν ο τραγικός επίλογος αποφάσεων που είχαν ληφθεί τον Μάρτιο 1969.


Κρατήρες γεμάτοι νερό, οι οποίοι δημιουργήθηκαν από τις βόμβες των B-52. Η εικόνα είναι χαρακτηριστική του «carpet bombing».

Μυστική εντολή για βομβαρδισμούς

Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 1968, ο Νίξον είχε εμφανιστεί ασαφής για το πώς θα τερμάτιζε τον πόλεμο του Βιετνάμ. Το αντιπολεμικό αίσθημα και οι εμπειρίες της κυβέρνησης Τζόνσον τον είχαν πείσει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να κερδίσουν τον πόλεμο, τουλάχιστον όχι με κόστος αποδεκτό για τη χώρα. Οταν ανέλαβε την εξουσία, τον Ιανουάριο 1969, δεν είχε απάντηση στο ερώτημα. Η κύρια προτεραιότητά του ήταν να μην γίνει ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που θα έχανε έναν πόλεμο. Ο σύμβουλός του για την εθνική ασφάλεια, Χένρι Κίσινγκερ, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να θέσουν ένα διττό στόχο: «να πεισθεί ο αμερικανικός λαός ότι επιθυμούμε να τερματίσουμε τον πόλεμο, και να πεισθεί το Ανόι ότι δεν βιαζόμαστε τόσο πολύ, ώστε το ίδιο δεν θα πρέπει να περιμένει τη δική μας κίνηση». Ετσι, η κυβέρνηση Νίξον αναζήτησε στρατιωτικές δράσεις που θα καταδείκνυαν την αποφασιστικότητά της και θα έπειθαν το Ανόι ότι η Ουάσιγκτον ήταν αποφασισμένη και να διαπραγματευτεί και να πολεμήσει.

Ο νέος Αμερικανός διοικητής στο Βιετνάμ, ο στρατηγός Κρέιτον Αμπραμς, συνέστησε αεροπορικές επιδρομές στο «εχθρικό αρχηγείο» στην Καμπότζη, χώρα γειτονική και ουδέτερη στον πόλεμο. Ο ηγέτης της, πρίγκιπας Νοροντόμ Σιχανούκ, είχε διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ για να εξασφαλίσει την ουδετερότητά της. Στην πράξη όμως, τμήματα της καμποτζιανής ζούγκλας αποτελούσαν κομμάτια του «μονοπατιού Χο Τσι Μινχ», που χρησιμοποιείτο από το Βόρειο Βιετνάμ για να εφοδιάζονται οι Βιετκόνγκ. Η ύπαρξή του ήταν γνωστή από το 1965, αλλά ο πρόεδρος Τζόνσον δεν είχε επιτρέψει στρατιωτική δράση εναντίον μιας ουδέτερης χώρας πέρα από τυχαίους βομβαρδισμούς που μπορούσαν να έχουν γίνει εκ λάθους.

Ο Νίξον άφησε την κομμουνιστική επίθεση των αρχών του 1969 αναπάντητη. Αλλά όταν, τον Μάρτιο, η Σαϊγκόν δέχθηκε πυραυλική επίθεση, ζήτησε από τον Κίσινγκερ τον άμεσο βομβαρδισμό της Καμπότζης από αεροσκάφη Β-52. Τόνισε ότι ο υπουργός Εξωτερικών, Ουίλιαμ Ρότζερς, που είχε προτείνει συνομιλίες με τους Σοβιετικούς και τους Βιετναμέζους, θα έπρεπε να την πληροφορηθεί μόνον την τελευταία στιγμή. Ο Κίσινγκερ διαφωνούσε με την πρόταση Ρότζερς και η συμβουλή του προς τον Νίξον ήταν «αν χτυπήσεις την Καμπότζη μετά την έναρξη διαπραγματεύσεων μπορεί να τις υποσκάψεις και να κατηγορηθείς για ανειλικρίνεια […] Χτύπα τους πρώτα, και μετά ξεκίνα διαπραγματεύσεις». Ωστόσο, συνέστησε στον πρόεδρο να συμβουλευθεί τον Ρότζερς και τον υπουργό Αμυνας, Μέλβιν Λερντ, πριν αναλάβει δράση. Ο Νίξον το έκανε, αλλά απλώς για να επιβεβαιώσει την εντολή του. Η απόφαση για τον συστηματικό βομβαρδισμό της Καμπότζης («carpet-bombing») κρατήθηκε μυστική από το Κογκρέσο και από τα περισσότερα μέλη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.


Μια γυναίκα θρηνεί μπροστά στο σώμα ενός φοιτητή που πυροβολήθηκε από την Εθνοφρουρά στο Kent State University του Οχάιο.

Η κυβέρνηση διέταξε την αλλοίωση των στρατιωτικών αναφορών, έτσι ώστε να αναφέρονται σε επιχειρήσεις στο Νότιο Βιετνάμ, όχι στην Καμπότζη. Ο διευθυντής της CIA, Ρίτσαρντ Χελμς, διετάχθη να συγκροτήσει ένα παραστρατιωτικό σώμα που θα παρενοχλούσε τους Βορειοβιετναμέζους στα ορμητήριά τους στην Καμπότζη. Ο Χελμς αντέδρασε με δυσθυμία, κάτι που έπεισε τον Νίξον ότι η CIA κυριαρχείτο από κολεγιόπαιδα της ελίτ που αντιπολιτεύονταν τον ίδιο. Τα χαρακτηριστικά της προσέγγισης των διεθνών σχέσεων μέσω της θεωρίας του madman είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται.

Ο βομβαρδισμός της Καμπότζης άρχισε στις 18 Μαρτίου 1970. Τα πληρώματα των αεροσκαφών είχαν ενημερωθεί ότι θα επιτίθεντο στο Βόρειο Βιετνάμ, αλλά κατά τη διάρκεια της πτήσης 48 βομβαρδιστικά εξετράπησαν στην Καμπότζη όπου και έριξαν 2.400 τόνους βομβών. Η αμερικανική πλευρά θεώρησε τις επιθέσεις επιτυχημένες. Η Ουάσιγκτον αναβίβασε την επιχείρηση στα αποκαλούμενα «Menu bombings» –«Breakfast», «Lunch», «Snack», «Dinner», «Supper» και «Dessert».

Χερσαία επέμβαση από στρατεύματα των ΗΠΑ

Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Νίξον αντιλαμβανόταν ότι είχε τρεις επιλογές: να κλιμακώσει τον πόλεμο, να συνεχίσει την ίδια στρατηγική ή να μειώσει την αμερικανική ανάμειξη αφήνοντας τους Νοτιοβιετναμέζους να πολεμήσουν στο πεδίο της μάχης. Τον Μάρτιο του 1969 επέλεξε την «αποαμερικανοποίηση» του πολέμου, όρος που αντικαταστάθηκε με αυτόν της «βιετναμοποίησης». Τα στοιχεία του δόγματος Νίξον (ή δόγματος Γκουάμ) εμφανίζονταν στη σκηνή, και ο πρόεδρος προσέφερε στο Βόρειο Βιετνάμ την προοπτική της ειρήνευσης. Ο Νίξον ανακοίνωσε τις πρώτες αποσύρσεις στρατιωτικών δυνάμεων από το Βιετνάμ. Η αποκλιμάκωση του πολέμου είχε αρχίσει.

Από τον Μάρτιο 1969 έως τον Απρίλιο 1970, ο Νίξον επέλεξε μια διττή προσέγγιση στο ζήτημα της Καμπότζης: αδυσώπητος βομβαρδισμός και παράλληλες προσπάθειες αποκατάστασης διπλωματικών σχέσεων. Τον Φεβρουάριο του 1970, ο Ρότζερς πληροφόρησε τον πρόεδρο για κάποια πρόοδο στις διμερείς σχέσεις. Ο Λευκός Οίκος εξέτασε το ενδεχόμενο επανάληψης της βοήθειας προς την Καμπότζη και του ανοίγματος κάποιου ιδιωτικού διαύλου επικοινωνίας με τον Σιχανούκ. Στις αρχές του 1970, ο Νίξον δήλωσε ότι «σεβόμαστε την ουδετερότητα της Καμπότζης», την οποία επί ένα έτος εξακολουθητικά βομβάρδιζε. Αλλά στις 18 Μαρτίου 1970 ο Σιχανούκ ανατράπηκε από τον φιλοαμερικανό στρατηγό Λον Νολ. Ο Νίξον τώρα διέταξε χερσαία επέμβαση των ΗΠΑ στην Καμπότζη, ώστε να προστατεύσει τη νέα κυβέρνηση από το Βόρειο Βιετνάμ και να μειώσει την κομμουνιστική παρουσία στη χώρα. Το «Sideshow», κατά την έκφραση του William Shawcross στο βιβλίο του για τον βομβαρδισμό και την εισβολή στην Καμπότζη, δεν απέδωσε. Ηταν δύσκολο να εξοντωθεί ένας εχθρός που διακινούσε πολεμοφόδια στις πλάτες του μέσα σε μονοπάτια της ζούγκλας. Η αμερικανική στρατηγική προκάλεσε απλώς αποσταθεροποίηση, μετακινήσεις πληθυσμού και μνησικακία όσων υπέφεραν.

Οταν, ως ανθρωπιστική χειρονομία, ο Μπιλ Κλίντον έδωσε στη δημοσιότητα τα στοιχεία των αμερικανικών βομβαρδισμών στην Ινδοκίνα μεταξύ 1965 και 1973, φάνηκε ότι οι ΗΠΑ είχαν ρίξει 2,7 εκατομμύρια τόνους εκρηκτικών στην Καμπότζη, ποσότητα που υπερβαίνει αυτήν που έριξαν οι σύμμαχοι σε όλο τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τoν αριθμό των θυμάτων.


29.6.1970. Αμερικανικά τανκς επιστρέφουν στο έδαφος του Ν. Βιετνάμ έπειτα από επιχειρήσεις τριών μηνών στην Καμπότζη.

Σοβαρές συνέπειες εντός και εκτός Ηνωμένων Πολιτειών

Οι αμερικανικές ενέργειες στην Καμπότζη είχαν σοβαρές επιπτώσεις. Η παράνοια του Νίξον με τη μυστικότητα ενσωμάτωνε μια βαθιά καχυποψία για το αμερικανικό πολιτικό σύστημα και την κοινωνία. Αυτή η τακτική τελικά αποσταθεροποίησε την ίδια την κυβέρνηση, καθώς το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, η CIA, ακόμη και υπουργεία αποκόπηκαν από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Οι σχέσεις της κυβέρνησης και του αμερικανικού λαού δηλητηριάστηκαν. Το αντιπολεμικό κίνημα, που από τις αρχές του 1969 είχε χάσει τη δυναμική του, αναζωογονήθηκε. Ο πόλεμος είχε τους πρώτους του νεκρούς σε αμερικανικό έδαφος και υπονόμευσε τις σχέσεις της κυβέρνησης και του Κογκρέσου. Τον Ιούνιο του 1970, το Κογκρέσο ανέλαβε τις πρώτες προσπάθειες να περιορίσει τις πρωτοβουλίες του προέδρου στη διεξαγωγή του πολέμου. Αυτό το πυρετώδες κλίμα ώθησε τον Νίξον να εγκρίνει τις παρακολουθήσεις τηλεφώνων και τις διαρρήξεις που τελικά κλιμακώθηκαν στο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.

Οι επιπτώσεις στην Καμπότζη ήταν ακόμη πιο δραματικές. Οι βομβαρδισμοί και η εισβολή προκάλεσαν μαζική μετακίνηση χωρικών που αναζητούσαν την ασφάλεια της Πνομ Πενχ, αποσταθεροποιώντας τον εφοδιασμό της χώρας σε τρόφιμα. Ο Ρίτσαρντ Ντάντμαν, δημοσιογράφος που είχε κρατηθεί ως όμηρος στην καμποτζιανή ζούγκλα, περιέγραψε την κατάσταση ως εξής: «Ο βομβαρδισμός … ριζοσπαστικοποιούσε τον λαό της αγροτικής Καμπότζης και μετέτρεψε τη χώρα σε μια μαζική, αποφασισμένη και αποτελεσματική βάση». Τα πράγματα θα λάμβαναν σύντομα μια τρομακτική χροιά, και οι Ερυθροί Χμερ του Πολ Ποτ θα προκαλούσαν τη γενοκτονία του 1975-78. Η διολίσθηση της Καμπότζης στον κομμουνισμό προκάλεσε αυτό ακριβώς το ντόμινο το οποίο η αμερικανική ανάμειξη στο Βιετνάμ προσπαθούσε να αποτρέψει, και κατέστρεψε τη διεθνή εικόνα των ΗΠΑ.

* Η κ. Εφη Πενταλιού είναι fellow, LSE IDEAS στο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ