ΜΑΡΙΑ ΒΟΥΤΣΙΝΟΥ-ΚΙΚΙΛΙΑ*

Τα Λατινικά και η ευρωπαϊκή μας παράδοση

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Τα Λατινικά είναι παράθυρο με θέα την Ευρώπη». Ετσι απαντούσα στους φοιτητές μου όταν ρωτούσαν ποια είναι η αξία του μαθήματος αυτού στην εκπαίδευση, τη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια. Η προτεινόμενη κατάργησή του από το ελλαδικό ωρολόγιο πρόγραμμα του λυκείου ξαναφέρνει – δυστυχώς με δραματική καθυστέρηση εκ μέρους του ακαδημαϊκού χώρου – την ερώτηση στο προσκήνιο.

Εξηγούμαι: Δεν αναφέρομαι στην όποια ποιότητα διδασκαλίας, στο από δεκαετίες απαράλλακτο σύγγραμμα ή στην αποστήθιση την οποία προάγει σταθερά το με ποικίλες συνιστώσες εξεταστικο-κεντρικό σύστημα. Επιμένω στα μαθήματα Πολιτισμού, τα οποία κατεξοχήν είναι τα γλωσσικά μαθήματα, αυτά που δημιουργούν δομές σκέψης αρκετά κοντινές με τη δομή της γλώσσας στην οποία είναι γραμμένες οι σκέψεις που διαβάζει κανείς.

«Θέλετε να μάθετε τις διαφορές Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών, εννοώ να αποκτήσετε το βάθος παιδείας που απαιτεί μια τέτοια, όπως και κάθε αντίστοιχη, γνώση; Αν ναι, τότε δεν θα ξεφύγετε από τον Δημοσθένη και τον Κικέρωνα (ή όποιον άλλο της αρεσκείας σας), τουλάχιστον κατά την αρχική σας μελέτη. Μη βιαστείτε να μιλήσετε για μεταφράσεις. Δοκιμάστε να προσεγγίσετε το πρωτότυπο κείμενο. Δεν χρειάζεται βιασύνη, δεν υπάρχει ζήτημα χρόνου. Πρόκειται για τη δική σας καλλιέργεια, που θα απαιτήσει ίσως μια ζωή, αλλά αυτό είναι το τίμημα της βαθιάς παιδείας». Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι το μάθημα των Λατινικών στο λύκειο ή το πανεπιστήμιο, μέσα σε μικρά τμήματα μαθητών και φοιτητών και με έναν χαρισματικό δάσκαλο στο πλάι τους.

Ο,τι ισχύει για το μάθημα των Λατινικών ισχύει και για το μάθημα των Ελληνικών, αρχαίων και νέων, μόνο που εκεί η συνάφεια της παλιάς γλώσσας με τη σημερινή δημιουργεί την εντύπωση μιας ευκολίας που σχεδόν πάντα οδηγεί σε επιπολαιότητα. Αλλά στην περίπτωση των Ελληνικών, το μάθημα ονομάζεται ακριβώς έτσι, «Ελληνικά», που θα πει «δικά μας» και κατά συνεκδοχή χρήσιμα, ενώ τα Λατινικά είναι των «άλλων», άρα μάλλον αχρείαστα, ίσως ακόμα και βλαπτικά, γιατί πίσω από αυτό το απλουστευτικό δίπολο λανθάνει η αξιολογική προβολή του «καλύτερου» έναντι του «χειρότερου». Η διαπίστωση αυτή είναι σοβαρή, και αποτελεί κατά την άποψή μου το θεωρητικό-αξιακό υπόβαθρο που υπαγόρευσε (αν όχι η άγνοια) την υπουργική απόφαση, και ταυτόχρονα απεικονίζει τη βαθιά κρίση ταυτότητας που βιώνει το σύγχρονο κράτος από την ίδρυσή του έως σήμερα. Προέκταση αυτής της διαπίστωσης είναι το εθνικό –υπό την έννοια της οργανωμένης Πολιτείας– κόστος το οποίο προκαλεί η συγκεκριμένη υπουργική απόφαση. Η Ελλάδα πιστοποιεί μία ακόμα φορά την εσωστρέφειά της, εν πολλοίς και τη φοβική της στάση απέναντι στη Δύση, την ώρα που το εργατικό και ακαδημαϊκό της δυναμικό αναζητεί τη σωτηρία του ακριβώς εκεί. Η απόφαση για την κατάργηση των Λατινικών δημιουργεί λοιπόν κακό προηγούμενο για τη θέση της χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη, η οποία ιδρύθηκε επί του κεκτημένου ελληνορωμαϊκού παρελθόντος της. Ακούστε τη λέξη και τα συστατικά της. Κατά βάθος αισθάνεστε υπερήφανοι που ολόκληρος ο δυτικός κόσμος τοποθετεί στην πρώτη θέση τα ελληνικά και στη δεύτερη τα λατινικά, παρόλο που «δικά» του είναι τα Λατινικά και όχι τα Ελληνικά. Αρνείται στα Λατινικά την πρώτη θέση, παρόλο που οι αξίες του ελληνισμού ταξίδεψαν σε ολόκληρο τον κόσμο χάρη στον ρωμαϊκό κόσμο και τον γλωσσικό φορέα του, παρόλο που οι απανταχού Ελληνες αντιληφθήκαμε την έννοια του κράτος και του συστήματος δικαίου χάρη στη λατινική γλώσσα. Αλλά οι «άλλοι» δεν φοβήθηκαν να κάνουν δικά τους τα «δικά μας». Υστερα από τις σκέψεις αυτές, δεν είμαι διόλου βέβαιη ότι είναι δίκαιο να διατεινόμαστε ως πολιτεία πως τα Ελληνικά και ο πολιτισμός τους ανήκουν περισσότερο στους ελληνόφωνους της Ελλάδας, της Κύπρου ή στους όπου αλλού, από ό,τι στους λατινόφωνους του κόσμου.

* Η κ. Μαρία Βουτσίνου - Κικίλια είναι ομότιμη καθηγήτρια της Λατινικής Φιλολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ