ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Μπαρτ Ρέινολντς: «Ούλτρα» αρσενικός, σαρκαστικός, τρυφερόκαρδος και εκρηκτικός

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ο Μπαρτ Ρέινολντς (1936-2018), φωτογραφημένος το 2015 στο Λονδίνο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

«Δεν εκπλήσσομαι που κυκλοφορούν φήμες ότι πέθανα. Είναι κάτι μέρες που νιώθω περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός», έλεγε το 1987 ο Μπαρτ Ρέινολντς, σύμφωνα με τον Independent.

Ο Ρέινολντς (όντως) πέθανε την Πέμπτη, στα 82 του, σε νοσοκομείο της Φλόριντα, προδομένος από την καρδιά του (είχε υποβληθεί σε πενταπλό μπαϊπάς το 2010), αλλά τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, υπέφερε από υπογλυκαιμίες, από κήλη, πέτρες στα νεφρά και από ένα κάταγμα στο σαγόνι που είχε υποστεί στα γυρίσματα μιας ταινίας (επέμενε να μην τον αντικαθιστούν κασκαντέρ).

Ηταν αναγκασμένος να τρώει υγρές τροφές με καλαμάκι και είχε εθιστεί στα ισχυρά παυσίπονα. Επιπλέον: είχε χρέη είκοσι εκατομμυρίων δολαρίων εξαιτίας κακών επενδυτικών επιλογών του (θα ακολουθούσαν κι άλλες καταστροφικές οικονομικές αποφάσεις εκ μέρους του).

Εχασε τόσο βάρος τότε που η National Enquirer έγραψε πως είχε προσβληθεί από AIDS. Κατά το περιοδικό Vanity Fair, ο Ρέινολντς (γνωστός για τον αυτοσαρκασμό του όσο και για τις εκρήξεις οργής) πήρε το προσωπικό του ελικόπτερο και πέταξε πάνω από τα γραφεία της National Enquirer στη Φλόριντα, «λούζοντάς» τα με κοπριά αλόγου.

Ουδέποτε έδειξε προς τα έξω εύθραυστος, αδύναμος. Κι όμως, «είναι ένας ευαίσθητος τύπος», διαβεβαίωνε το 2015 στο Vanity Fair ο Γιον Βόιτ, «αδελφικός του φίλος» από το 1972, όταν έκαναν μαζί με την ταινία «Οταν ξέσπασε η βία» (Deliverance) που τον ανέδειξε και για την οποία ο Ρέινολντς ήταν υπερήφανος.

Το ούλτρα αρρενωπό προφίλ του, με το δασύτριχο στέρνο, τις φαβορίτες και το παχύ μουστάκι («αυτή η αηδιαστική ανδρίλα», όπως έλεγε ο ίδιος για τον εαυτό του – «that macho crap»), ήταν το σήμα κατατεθέν του. Οχι όμως με την έννοια του «σκληρού» που ήταν, π.χ., ο Κλιντ Ιστγουντ, αλλά με εκείνη του στέρεου μα καλόκαρδου αρσενικού. Οσοι τον γνώρισαν, έλεγαν πως η εικόνα αυτή δεν απείχε από τον χαρακτήρα του.

Γεννημένος το 1936 στο Λάνσινγκ του Μίσιγκαν και μεγαλωμένος στη Ριβιέρα Μπιτς της Φλόριντα από μητέρα με ιταλικό αίμα και πατέρα με ινδιάνικο (κατά το ήμισυ), από μικρός επέδειξε ταλέντο στο αμερικανικό ποδόσφαιρο και μια αδυναμία στα αυτοκίνητα (τόσο το φούτμπολ όσο και τα αμάξια θα σφραγίσουν την κινηματογραφική του καριέρα), ωστόσο ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα θα του στερήσει την ευκαιρία να γίνει αστέρας του ποδοσφαίρου.

Στράφηκε στην υποκριτική και κατέφυγε για σπουδές στη Νέα Υόρκη. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 θα πάρει μέρος σε πολλές τηλεοπτικές σειρές και ταινίες – σε δεύτερους ρόλους. Παραδόξως όμως, αυτό δεν εμπόδισε τηλεοπτικούς αστέρες από το να τον προσκαλούν στα σόου τους, όπως η Ντάινα Σορ (με την οποία θα συνάψει ερωτική σχέση) και ο Τζόνι Κάρσον.

Η πτυχή αυτή έχει τη σημασία της: ο Ρέινολντς γύρισε περί τις εκατό ταινίες. Αυτές που θυμάται ο κόσμος μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, όμως ο ίδιος δεν πέρασε ποτέ απαρατήρητος. «Νομίζω είμαι ο μοναδικός σταρ του σινεμά», έλεγε στους New York Times (ΝΥΤ) το 1978, «ο οποίος είναι σταρ του σινεμά παρά τις ταινίες του και όχι χάρη σε αυτές. Επαιξα σε μερικές πραγματικές μάπες».

Οταν ο Τζόνι Κάρσον του ζήτησε να του πει δυο λόγια για μια ταινία του, ο Ρέινολντς του απάντησε στον αέρα: «Μάπα είναι. Κράτα τα λεφτά σου». Για το «Rent-a-Cop» (1988) και το «Stroker Ace» (1982), δήλωσε δημοσίως ότι «είναι από αυτό το είδος των ταινιών που προβάλλονται σε φυλακές και αεροπλάνα επειδή κανένας δεν μπορεί να το σκάσει».

Την ίδια στιγμή, απέρριψε την πρόταση να υποδυθεί τον Τζέιμς Μποντ, όπως επίσης αρνήθηκε τον ρόλο που πήρε ο Τζακ Νίκολσον (κερδίζοντας και Οσκαρ) για τις «Σχέσεις στοργής» (1983). «Κάποτε δήλωσα ότι θα προτιμούσα να είχα κερδίσει ένα τρόπαιο Χάισμαν στο ποδόσφαιρο αντί για Οσκαρ. Ελεγα ψέματα», θα δηλώσει αργότερα, τονίζοντας όμως πως ο Νίκολσον έπαιξε τοn ρόλο πολύ καλύτερα από ό,τι θα τον έπαιζε εκείνος.

Ο Ρέινολντς είχε μία υποψηφιότητα για Οσκαρ το 1997 (κέρδισε και Χρυσή Σφαίρα) για τον ρόλο του στο «Boogie Nights» του Πολ Τόμας Αντερσον, ρόλο που ο ίδιος σιχάθηκε, όπως δήλωσε στους NΥΤ, επειδή σιχαίνεται το πορνό. Πολλοί τότε είπαν ότι ήταν η μεγάλη επιστροφή. Επί της ουσίας, όμως, δεν υπήρξε επιστροφή. Ο Ρέινολντς, οικονομικά σε δυσχερή θέση, πληρώνοντας μεγάλα ποσά στην πρώην γυναίκα του (και μητέρα του γιου του) Λόνι Αντερσον («Η αλήθεια είναι ποτέ δεν τη συμπάθησα», θα δηλώσει), αποσυρμένος στο κτήμα του στη Φλόριντα, παρέμεινε κλεισμένος στον εαυτό του.

Η κριτική ποτέ δεν πήρε στα σοβαρά τον Ρέινολντς, λόγω της υπερέκθεσής του σε τηλεοπτικά σόου μα και για τις επιλογές των ταινιών που έκανε - όπως και για τη γυμνή δισέλιδη φωτογράφιση στο Cosmopolitan το 1972. «Μεγάλη βλακεία», θα πει αργότερα γι’ αυτό.

Αντίθετα, η φωτογράφιση που του έκαναν οι NΥΤ τον περασμένο Μάρτιο, δείχνουν έναν αδυνατισμένο άνδρα, κατασταλαγμένο, με γλυκό χαμόγελο. Ο ρωμαλέος Μπαρτ Ρέινολντς ήταν παρελθόν αλλά λίγο προτού πεθάνει συμμετείχε στην τελευταία ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο, καθώς και σε ένα φιλμ του Ανταμ Ρίφκιν που γράφηκε ειδικά γι’ αυτόν, το «The Last Movie Star» (και οι δύο αναμένονται στις αίθουσες). Ο ίδιος έλεγε στους ΝΥΤ τον περασμένο Μάρτιο ότι δεν μετάνιωσε για τίποτα – εκτός απ’ το ότι άφησε τον μεγάλο έρωτα της ζωής του να φύγει: την ηθοποιό Σάλι Φιλντ. Οταν η Τζόαν Γούντγουορντ τον συμβούλευσε να πάει να τη βρει, εκείνος επικαλέστηκε τον εγωισμό του. «Δύο φορές έδιωξα τον Πολ Νιούμαν», του είπε εκείνη, «αλλά αυτός επανήλθε. Και με παντρεύτηκε». Ο Ρέινολντς δεν ακολούθησε ποτέ τη συμβουλή της μεγάλης του φίλης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ