ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς, ο Εβραίος αρχιερέας και η συνεργασία Ελλάδας - Ισραήλ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Επιστήμονες, ερευνητές και προσκεκλημένοι από την Ελλάδα, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ συμμετείχαν στο τριήμερο συνέδριο με θέμα «Σπάρτη και Ισραήλ: Ανανεώνοντας μια αρχαία φιλία», το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Σπάρτη από τις 2-4 Σεπτεμβρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τι κοινό μπορεί να έχουν άραγε ένας βασιλιάς που κυβέρνησε τη Σπάρτη τον 4ο και 3ο π.Χ. αιώνα και Εβραίοι αρχιερείς, οι οποίοι την ίδια περίοδο ζούσαν στην άλλη άκρη της Ανατολικής Μεσογείου, στην Ιερουσαλήμ; Εκ πρώτης όψεως λίγα πράγματα. Περί το 300 π.Χ. η Ανατολική Μεσόγειος περιτριγυριζόταν από ένα πολιτικό μωσαϊκό επικρατειών τις οποίες διαφέντευαν οι Διάδοχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε μια περιφέρεια που θα σημαδευόταν στους επόμενους αιώνες βαθιά από την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό. Σύμφωνα με το Πρώτο Βιβλίο των Μακκαβαίων και μια παραπομπή που γίνεται από τον Ιώσηπο Φλάβιο, Εβραίο ιστορικό των πρώτων χρόνων μετά τη γέννηση του Χριστού, ο βασιλιάς Αρεύς Α΄ της Σπάρτης (309-265 π.Χ.) έστειλε μια επιστολή στον αρχιερέα Ονία Α΄ στην Ιερουσαλήμ, εκδηλώνοντας την ετοιμότητά του για συνεργασία.

Αν και η ιστορικότητα του συγκεκριμένου υλικού έχει αμφισβητηθεί (όχι επί του συγκεκριμένου περιστατικού αλλά γενικότερα), η συζήτηση γύρω από αυτό, αλλά και μια σειρά αρχαιολογικά ευρήματα, απασχόλησε τους διοργανωτές ενός συνεδρίου που φιλοδοξεί να είναι το πρώτο από πολλά.

Από τις 2 έως και τις 4 Σεπτεμβρίου επιστήμονες, ερευνητές και προσκεκλημένοι από την Ελλάδα, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ συμμετείχαν σε συνέδριο με θέμα «Σπάρτη και Ισραήλ: Ανανεώνοντας μια αρχαία φιλία», που πραγματοποιήθηκε στη λακωνική πόλη. Η εκδήλωση ήταν ένα αποτέλεσμα συνεργασίας του ελληνικού παραρτήματος του B’nai B’rith, ενός εβραϊκού οργανισμού με δράσεις δημόσιας προβολής σε όλο τον κόσμο (φιλανθρωπική δραστηριότητα, καταπολέμηση του αντισημιτισμού), του Ινστιτούτου Ελληνοϊσραηλινής Συνεργασίας και του Δήμου Σπάρτης. Οπως λέει στην «Κ» ο Γιώργος Τζογόπουλος, ερευνητής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών «Begin-Sadat» και εκ των συμμετεχόντων στην οργάνωση του συνεδρίου, το συγκεκριμένο γεγονός στη Σπάρτη εντάσσεται σε μια γενικότερη προσπάθεια σύσφιγξης των σχέσεων Ελλάδας και Ισραήλ.

Τα τελευταία χρόνια, αν μη τι άλλο με τρόπο εμφατικό, έχει αναδειχθεί η πολύ στενή και ισχυρή συνεργασία των δύο χωρών σε ζητήματα ασφάλειας. Η γεωπολιτική διάσταση είναι τόσο κυρίαρχη, που, όπως εξηγεί ο κ. Τζογόπουλος, όταν γίνεται λόγος για ελληνοϊσραηλινές σχέσεις, εκ των πραγμάτων λίγοι αντιλαμβάνονται ότι είναι πολύ ευρύτερες από τον τομέα του πολιτικού διαλόγου και των ζητημάτων ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Προφανώς από το συνέδριο της Σπάρτης δεν έλειπε ούτε η γεωπολιτική διάσταση, την οποία έδωσαν έμπειροι αναλυτές της Ανατολικής Μεσογείου και της εταιρικής σχέσης των δύο χωρών.

Ωστόσο η γενική στόχευση ήταν άλλη. Εκ των πραγμάτων η Ελλάδα και το Ισραήλ αποτελούν κράτη που έχουν κληρονομήσει την παράδοση δύο από τους αρχαιότερους πολιτισμούς του κόσμου και στις σχέσεις τους υπάρχει και η διάσταση με επίκεντρο την ιστορία και την αρχαιολογία. Αυτή η διάσταση αναδείχθηκε και στο συνέδριο της Σπάρτης, όπου παρουσιάστηκαν τα αρχαιολογικά ευρήματα που αποδεικνύουν την παρουσία Εβραίων στη Λακωνία, κυρίως τους πρώτους μ.Χ. αιώνες. Ως σημείο εκκίνησης της όλης σύλληψης του συνεδρίου από τη συζήτηση δεν θα μπορούσε, φυσικά, να λείπει ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρεύς Α΄ και οι Εβραίοι αρχιερείς του 3ου και 4ου π.Χ. αιώνα.

Η τάση για τη διεύρυνση της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας όχι μόνο στο επίπεδο της ασφάλειας, αλλά, επίσης, σε εκείνο του πολιτισμού, της τέχνης, των συνεργασιών σε τοπικό επίπεδο (στο συνέδριο της Σπάρτης έγιναν συζητήσεις για τον τρόπο ενίσχυσης και της ανάπτυξης στην ευρύτερη Λακωνία) δεν προκύπτει κατ’ ανάγκην μέσω αποφάσεων που λαμβάνονται από τα δύο κράτη. Υπενθυμίζεται ότι ήδη υπάρχουν ανάλογες πολύ στενές συνεργασίες ανάμεσα σε εβραϊκές οργανώσεις και φορείς πόλεων όπως η Θεσσαλονίκη, το εβραϊκό παρελθόν της οποίας αποτελεί μια επαρκή δικαιολογία, αλλά και ένα παράδειγμα για άλλες, ανάλογες δράσεις. Το πλέον προφανές οικονομικό αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση του τουρισμού. Σε κάθε περίπτωση οι βάσεις συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ είναι πολύ πιο ισχυρές απ’ ό,τι φαίνεται και μπορεί να διευρυνθούν περισσότερο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ