ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Γιαγιά Χριστίνα, είχατε street food στο χωριό σας;

ΑΓΓΕΛΟΣ ΡΕΝΤΟΥΛΑΣ

Εικονογράφηση: Βαγγέλης Καρατζάς

(Χριστίνα Παπαλαζάρου, συνταξιούχος αγρότισσα, ετών 83, Σταυρινή Καταραχιά, συνταξιούχος αγρότισσα, ετών 87, κάτοικοι Πρωτόπαππας Ιωαννίνων. Όλγα Παπαλαζάρου, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ετών 62, κάτοικος Πειραιά, κόρη της κ. Χριστίνας)

Όταν πηγαίνατε στο χωράφι, τι φαΐ παίρνατε μαζί σας;
Χ: Τηγανίζαμαν αυγά, δυο ελιές, λίγο τυρί. Αυτά τρώγαμαν στο χωράφι.
Σ: Και σκορδαλιά! Στουμπίζαμαν το σκόρδο και λίγο λάδι, τα ανακατώναμαν με ξίδι και ρίχναμαν νερό κατόπιν κρύο, ρίχναμαν και ψωμί μέσα και τρώγαμαν. Ξιδόσουπα.
Ο: Όταν πήγαιναν στον κάμπο να σκαλίσουν τα καλαμπόκια τον Μάιο, αλλά και όταν θέριζαν τον Ιούνιο με Ιούλιο, κοιμόντουσαν στον κάμπο έναν μήνα. Τα μεσημέρια πήγαιναν στο πηγάδι, έβγαζαν νερό, το ’ριχναν στον ταβά, έριχναν μέσα ξίδι, καθάριζαν και σκόρδα, έβαζαν και κοκαλιασμένο ψωμί ξερό κι έτρωγαν. Και μάλιστα έλεγαν: «Άει, αγάλλιασα».

Ωραίο ήταν αυτό;
Χ: Ωραίο ξεωραίο, τρώγαμαν. Νερό παίρναμαν πολύ, ένα φτσέλι ολόκληρο. Άλλοι πλαστικά, άλλοι φτσέλια, και πίναμαν. Τα χωράφια ήταν μακριά, τα πηγάδια ήταν αλλού. Πααίναμαν το μεσημέρι και παίρναμε νερό κρύο στα πηγάδια και φτιάναμαν τη σκορδαλιά.
Σ: Στο πηγάδι πηγαίναμε τη νύχτα, για να προλάβουμε να ’χει νερό. Ήταν θουλό. Το στραγγίζαμε και πίναμαν.

Τι άλλο τρώγατε έξω από το σπίτι;
Χ: Αυγά τηγανητά. Ή τα βράζαμαν. Είχαμε κλειδοπίνακα, από αυτά τα σανιδένια, τα ξυλένια, αν τα δεις καμιά φορά. Ήταν ωραία εκείνα. Τώρα βγήκαν αυτά τα τάπερ. Η γιαγιά μάς έστελνε φαγητό από το χωριό. Φαΐ, νερό... Εγώ κοιμόμουν κάτω, ο παππούς ήταν φευγάτος, δούλευε στην Πρόνοια, κι εγώ ήμουν μόνη μου. Κοιμόμουν με την Πανάγιω και μου ’λεγε: «Εγώ θα φάω από το ’θκο σου το τυρί κι εσύ θα φας από το ’θκο μου, που είναι πρόβειο». Τσ’ άρεγε, εμένα ήταν αγελαδ’νό. Είχα γελάδα εγώ κι έπηκε (έπηζε) η γιαγιά μου. Κι ήθελε να φάει από το ’θκο μου. «Φάε, τσ’ ήληγα εγώ, φάε».
Ο: Όταν είχαν να πάνε κάπου για δουλειά, ψωμί, τυρί κι ελιές παίρνανε μαζί τους στο μαντίλι. Αυγά δεν είχαμε όλο τον χρόνο. Οι κότες δεν γεννούν με την πολλή ζέστη, δεν γεννούν με το κρύο. Επίσης, δεν έπαιρναν κοντά πίτες. Η πίτα για την Ήπειρο ήταν το καλό φαΐ της Κυριακής. Λαχανόπιτα και τυρόπιτα-μακαρονόπιτα. Στο χωράφι, πάντως, η μπουκάλα το κρασί ήταν το απαραίτητο. Δικό τους κρασί. Όλοι έφτιαχναν, γιατί είχαν αμπέλια και έφτιαχναν κρασί και τσίπουρο.

Στο αμπέλι τι τρώγατε;
Σ: Παίρναμαν από μ’σο κιλό ψωμί και τρώγαμαν και τα σπ’ριά που απόμνισκαν από το σταφύλ’ που πουλάγαμαν.
Χ: Μην τα ρωτάς τι τρώγαμαν. Τώρα γίν’καν χίλια καλά, αλλά πέρασαν τα χρόνια.

(Επιστρέφοντας σπίτι, στριφογυρίζει στο μυαλό μου το χιλιοειπωμένο: μια ανάγκη γέννησε τα φαγιά, οι τρόποι και οι συνήθειες του φαγητού προσαρμόζονταν πάντα στο σχήμα της ζωής που άλλαζε. Μια ανάγκη έφτιαξε την ξιδόσουπα, τους χαλβάδες του παζαριού, τα πολίτικα σουβλατζίδικα στις φωλιές των προσφύγων, την αστική τυρόπιτα. Μια αδηφάγος ανάγκη και την πλούσια ποικιλία σήμερα, να ροκανίσουμε την οικουμένη, να μοιάσουμε στο άλλο, το πιο ωραίο από μας. Κι ας μην έχουμε για όλα μνήμη, κι ας μην υπάρχει πολιτισμικό βάθος, καλοδεχούμενα τα πάντα, κάτι πάντα μένει. Καλοδεχούμενα, λίμνη μη γίνουμε όπου δεν συμβαίνει τίποτα.)

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ