ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Αμερική του 1990 και του 2018

NEIL IRWIN / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η κατάσταση στην Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του 1990 έχει ομοιότητες με τη σημερινή και γι’ αυτό αφήνει και περιθώρια αισιοδοξίας. Υπήρχαν τότε όπως και σήμερα μεγάλα επιτεύγματα στην τεχνολογία, τα οποία μπορούσε να τα δει κάποιος παντού εκτός από τα στοιχεία για την παραγωγικότητας. Ακόμα κι εκεί, όμως, άρχισαν σιγά σιγά να γίνονται εμφανή και η παραγωγικότητα να επιταχύνεται. Τότε ορισμένοι φοβήθηκαν ότι θα πυροδοτηθεί ο πληθωρισμός, αν και ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), Αλαν Γκρίνσπαν δεν έσπευσε να αναλάβει δράση και να ανακόψει την ανάπτυξη. Προτίμησε να δείξει υπομονή, έως ότου καταστεί εμφανές πόσο θα υπερθερμανθεί η οικονομία, χωρίς, όμως, να προκαλεί αλλεπάλληλες αυξήσεις τιμών. Ως αποτέλεσμα η οικονομία αναπτύχθηκε πολύ δυναμικά.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως η ιστορία θα επαναληφθεί. Ο συνδυασμός των τεχνολογικών επιτευγμάτων με την ορθή οικονομική πολιτική, η οποία συνετέλεσε στην ανάπτυξη του 1990, ίσως και να μην αποδώσει με τον ίδιο τρόπο στις μέρες μας. Αντιθέτως, υπάρχουν κίνδυνοι, οι οποίοι πιθανώς να εκτρέψουν την πορεία της οικονομίας και αυτή να περιπέσει σε ύφεση. Λόγου χάριν, ένας εμπορικός πόλεμος, μία κρίση στις αναδυόμενες οικονομίες ή ένα σφάλμα στην οικονομική πολιτική μπορεί να επηρεάσουν σφοδρότερα την οικονομία από ό,τι τα βασικά της μεγέθη. Επιπλέον, ορισμένα τεχνολογικά επιτεύγματα, τα οποία φαίνεται ότι πολύ σύντομα θα συμβάλουν σε τόνωση της παραγωγικότητας, ίσως χρειάζονται περισσότερο χρόνο να το πράξουν. Πάντως, είναι σαφές ότι ορισμένοι ανώτατοι αξιωματούχοι εμφανίζονται τουλάχιστον ανοιχτοί στην πιθανότητα μιας εκρηκτικής ανάπτυξης. Ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, αναφερόμενος στα δεδομένα της δεκαετίας του 1990, είπε ότι η τακτική του Αλαν Γκρίνσπαν είναι παράδειγμα προς μίμηση. Το 1996, συγκεκριμένα, πολλά στελέχη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας επιθυμούσαν να αυξηθούν τα επιτόκια, ώστε να αναχαιτιστεί ο πληθωρισμός. Ωστόσο, «ο πρόεδρος Γκρίνσπαν είχε ένα προαίσθημα ότι αυτή η “νέα οικονομία” θα συνέτεινε σε βελτίωση της παραγωγικότητας, η οποία με τη σειρά της θα τόνωνε την ανάπτυξη και θα οδηγούσε και σε μείωση της ανεργίας χωρίς σοβαρό κίνδυνο ανόδου του πληθωρισμού», τόνισε ο κ. Πάουελ. «Τα στελέχη της Fed από τη μία συνεδρίασή τους στην άλλη αποφάσισαν να μην κάνουν αυξήσεις επιτοκίων, αν και πίστευαν πως γρήγορα θα αρχίσουν τα σημάδια ανόδου του πληθωρισμού – τελικά κάτι τέτοιο δεν συνέβη».

Με αυτά τα λόγια, ο Τζερόμ Πάουελ δεν εννοεί πως τα ίδια με το 1990 θα γίνουν τα επόμενα χρόνια. Απλά αναγνωρίζει το πόσο σώφρων ήταν η πολιτική διαχείρισης κινδύνων του κ. Γκρίνσπαν.

Η ανάπτυξη των τελευταίων εννέα ετών είναι σταθερή. Επίσης, συμβάλλει στο να επαναφέρει στην παραγωγική διαδικασία εκατομμύρια ανθρώπους. Εντούτοις, μέχρι στιγμής δεν κατατείνει στην αύξηση των εισοδημάτων για το σύνολο των εργαζομένων και γι’ αυτό φταίει η παραγωγικότητα. Την τελευταία πενταετία ενισχύθηκε 1% ετησίως έναντι του 2,1% κατά μέσον όρο από το 1947 και μετά. Σε έρευνα του Παγκόσμιου Ινστιτούτου της εταιρείας συμβούλων McKinsey, φαίνεται ότι η τεχνολογική καινοτομία, όταν εφαρμοστεί, μπορεί να κάνει την οικονομία λιγότερο παραγωγική. Τα άνευ οδηγού οχήματα κάποια στιγμή θα συμβάλουν στην παραγωγικότητα. Τώρα δεν αποφέρουν κανένα κέρδος στην οικονομία, ανεξαρτήτως των εργατοωρών των μηχανικών που τα κατασκευάζουν. Αντιστοίχως, στο μέλλον οι γεωργοί θα αυξήσουν τη σοδειά τους χρησιμοποιώντας τη ρομποτική. Ετσι, με λιγότερο κόστος θα αυτοματοποιήσουν τη σπορά και τη ρίψη φυτοφαρμάκων – αλλά αυτά χρειάζονται χρόνο.

Κάτι ανάλογο συνέβη τη δεκαετία του 1990, όταν η Walmart ξεκίνησε πρώτη στον κλάδο να αυτοματοποιεί τη διαχείριση της προμηθευτικής της αλυσίδας. Χρόνο με τον χρόνο και σταδιακά τη μιμήθηκαν και άλλοι όμιλοι και αυτό συνέβαλε τελικά στην αύξηση της παραγωγικότητας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ