ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Νεπάλ, Μπουτάν

Ένα ζευγάρι Αμερικανών αναχωρεί για το δικό του ταξίδι «ζωής», με προορισμό δύο χώρες ανέγγιχτες από τον δυτικό πολιτισμό.

Στριμωγμένο ανάμεσα στο βορειοανατολικό άκρο της Ινδίας –στο σημείο όπου αυτή «κυκλώνει» το Μπανγκλαντές– και στη νοτιότερη καμπύλη του Θιβέτ, το Νεπάλ κατοικείται ως επί το πλείστον από ινδουιστές. Στην ίδια «γειτονιά», το Μπουτάν είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος του βουδιστική χώρα. Είναι επίσης το τελευταίο βασίλειο των Ιμαλαΐων που παραμένει βασίλειο, με καθεστώς κληρονομικής μοναρχίας και πολιτισμό ανέγγιχτο από τη δυτική κουλτούρα.

Μέχρι το 1974, το Μπουτάν είχε κλειστά σύνορα. Δεν επιτρεπόταν σε ξένους να το επισκεφτούν. Όμως, από τότε μέχρι σήμερα, δεν έχει σταματήσει να επανεφευρίσκει τον εαυτό του. Συστήνεται ως το πιο χαρούμενο έθνος στον πλανήτη. Την ευημερία του δεν τη μετρά με όρους Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ), αλλά... Ακαθάριστης Εθνικής Ευτυχίας, όπως όρισε το 2008 το σύνταγμα της χώρας. Για τους τουρίστες, αυτό πρακτικά σημαίνει μια ελάχιστη ημερήσια ταρίφα ανά επισκέπτη της τάξεως των 250 δολαρίων την ημέρα, η οποία ορίζεται από το κράτος και περιλαμβάνει διαμονή, γεύματα, οδηγό και μετακινήσεις στην ενδοχώρα (χωρίς πτήσεις).


Το ντζογκ Punakha είναι το πιο εντυπωσιακό σε όλο το Μπουτάν. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Poras Chaudhary/The New York Times)

Η ιδέα ήταν ένα οδοιπορικό με πρώτη στάση το Νεπάλ, αυτή την παρθένα λεπτή φέτα των Ιμαλαΐων που αποθεώνει την έννοια της ευτυχίας και τον βουδισμό και που για πολλούς ορειβάτες «γέννησε» την πεζοπορία. Οι όποιοι ενδοιασμοί μας είχαν κυρίως να κάνουν με τις προκαταλήψεις μας περί οργανωμένων ταξιδιών. Στα 60 μας, τόσο ο άντρας μου όσο και εγώ, νιώθουμε νέοι. Τι θα γινόταν αν οι υπόλοιποι του γκρουπ βαριόντουσαν που ζούσαν; Ή αν οι ξεναγοί αφιέρωναν πολύ χρόνο σε πράγματα που μας άφηναν αδιάφορους; Θα μπορούσαμε να κατέβουμε από το πούλμαν, αν θέλαμε; Δεν είχαμε ταξιδέψει ποτέ οργανωμένα. Aπό την άλλη, βέβαια, δεν γνωρίζαμε τίποτα για τις βουδιστικές στούπες. Ίσως τελικά χρειαζόμασταν επαγγελματία ξεναγό.

Στούπα δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου, μέχρι την άφιξή μας στο Κατμαντού, την πρωτεύουσα του Νεπάλ. Η έλλειψη ύπνου μάς είχε δημιουργήσει υπερένταση. Συναντήσαμε τους συνταξιδιώτες μας στο λόμπι του ξενοδοχείου, επιβιβαστήκαμε στο πούλμαν και ξεκινήσαμε για το Swayambhunath, ένα σύμπλεγμα ναών χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου. Για να φτάσεις έως εκεί, όπου βρίσκεται η στούπα με τον χρυσό πύργο με τις 13 σειρές (αντιστοιχούν στα 13 στάδια που απαιτούνται για τη φώτιση), πρέπει να ανέβεις εκατοντάδες σκαλιά.

Οι στούπες είναι ημισφαιρικές κατασκευές, χώροι λατρείας και διαλογισμού. Όπως εξήγησε ο ξεναγός μας, κατά κανόνα διακοσμούνται με τέσσερα ζευγάρια μάτια, τα οποία δείχνουν σε τέσσερις κατευθύνσεις, συμβολίζοντας τον Βούδα, «που βλέπει τα πάντα». Τα δικά μου μάτια πάντως δεν ήξεραν προς τα πού να πρωτοκοιτάξουν: στις σημαίες προσευχής που κυμάτιζαν στον ουρανό, στις βουδιστικές ρόδες προσευχής που γύριζαν οι πιστοί, στους μοναχούς που μιλούσαν στα κινητά τους τηλέφωνα ή στους άλλους που αυτοσυγκεντρώνονταν;

Και μετά ήταν βέβαια και οι μαϊμούδες, που σκαρφάλωναν παντού – στα δέντρα, στο άγαλμα του κοιμώμενου Βούδα και στην τεράστια στούπα.


Το μοναστήρι Paro Taktsang, εμβληματικό τοπόσημο του Μπουτάν. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Poras Chaudhary/The New York Times)
 

Μέχρι το τέλος της ημέρας, είχα ανακαλύψει ότι το μειονέκτημα του γκρουπ δεν ήταν, στην περίπτωσή μας, οι συνταξιδιώτες μας (οι οποίοι, αν και μεγαλύτεροι κατά 12 χρόνια κατά μέσο όρο από εμάς, ήταν φιλικότατοι και γεμάτοι ενέργεια). Το αδύνατο σημείο του ήταν αυτό που πιστεύαμε ότι θα ήταν το δυνατό του: το πρόγραμμα. Εννοώ τα γεύματα που προσφέρονταν σε συγκεκριμένες ώρες και τον αριθμό των αξιοθέατων που επισκεπτόμασταν καθημερινά. Έπρεπε να ακολουθούμε την ξενάγηση όπου και όποτε είχε οριστεί, ακόμα και αν αντ’ αυτής θα προτιμούσαμε να πάρουμε έναν υπνάκο.

Έτσι, η πρώτη ημέρα του ταξιδιού μας περιλάμβανε, εκτός από το Swayambhunath, την πλατεία Durbar και το ιστορικό κέντρο του Κατμαντού. Παρά το τζετ λαγκ, ξύπνησαν όλες μου οι αισθήσεις μόλις το λεωφορείο μάς αποβίβασε σε ένα μέρος που θύμιζε σκηνικό από ταινία.

Ο πληθυσμός του Κατμαντού φτάνει τους 4,5 εκατ. κατοίκους, συμπεριλαμβανομένων των γειτονικών πόλεων που έχει «καταπιεί» με την επέκτασή της η πρωτεύουσα του Νεπάλ, ενσωματώνοντάς τες σε αυτήν. Ασφυκτιά, όχι μόνο από τα μηχανάκια, αλλά και από τα σκουπίδια, τη ρύπανση, τους πεζούς, τα βοοειδή και τα αδέσποτα σκυλιά που κυκλοφορούν στους δρόμους. Ακόμη μαζεύει τα κομμάτια της και ανοικοδομείται εκ νέου, πνιγμένη στο χώμα και στη σκόνη, μετά τον σεισμό του 2015, κατά τον οποίο έχασαν τη ζωή τους 9.000 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 22.000. Και, επίσης, είναι η πατρίδα πολλών θρησκευτικών παραδόσεων που με τα χρόνια έχουν ενσωματωθεί η μία στην άλλη, με αποτέλεσμα πολυάριθμες βουδιστικές στούπες, αλλά και ένα σαρωτικό πλήθος θεών, πνευμάτων, δαιμόνων, γλυπτών, μασκών, ζητιάνων, μοναχών, μουσικής, προσευχών, τελετουργικών και διαλογιστικών πρακτικών.

Θα χρειαζόμουν μια ολόκληρη ζωή για να καταλάβω τις διαφορετικές εκφάνσεις του ινδουισμού, του βουδισμού, του ανιμισμού, των ταντρικών παραδόσεων και τις παραφυάδες τους. Το μόνο που μπορώ να πω, υπεραπλουστεύοντας τα πράγματα, είναι ότι οι περισσότερες ινδουιστικές πρακτικές αφορούν τη μονοθεϊστική λατρεία. Ο βουδισμός προέκυψε από την ινδική θρησκευτική κουλτούρα, η οποία γέννησε τον ινδουισμό. Εστιάζει στις τέσσερις ευγενείς αλήθειες, σύμφωνα με τις οποίες, μεταξύ άλλων, η οδύνη προέρχεται από τον πόθο.


Έξω από το ινδουιστικό σύμπλεγμα Pashupatinath, στα περίχωρα του Κατμαντού. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Poras Chaudhary/The New York Times)
 

Καθώς η περιήγηση προχωρούσε και άφηνα πίσω μου αγάλματα θεών και μοναχούς με τις μακριές ρόμπες τους, άρχισα σιγά σιγά να σκέφτομαι πως το να ριζώνεις σε μια πνευματική παράδοση ίσως αποτελεί το κλειδί για την ισορροπία της ψυχής και για μια γεμάτη ζωή. Τίποτα όμως δεν κατάφερε να εξάψει περισσότερο την ανάγκη μου να βρεθώ κοντά στα θεία, από τον ναό Pashupatinath, τον ιερότερο του Νεπάλ, όπου υπήρξα μάρτυρας αποτέφρωσης για πρώτη φορά στη ζωή μου. Για την ακρίβεια, είδα συνολικά επτά ή οκτώ. Γιατί εδώ, στις όχθες του φουσκωμένου λίγο πριν από την έναρξη των μουσώνων ποταμού Bagmati, οι πιστοί στέλνουν τους νεκρούς τους στον άλλο κόσμο σύμφωνα με τις διδαχές των Βεδών.

ΠΩΣ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ;

Λίγες ημέρες αργότερα, μια σύντομη πτήση μάς ταξίδεψε πάνω από το Έβερεστ, μεταφέροντάς μας σε ένα άλλο σύμπαν, με πιο περίτρανη απόδειξη το ίδιο το αεροδρόμιο, χτισμένο σε μια κοιλάδα με λόφους τριγύρω, τους οποίους σχεδόν άγγιξαν τα φτερά του αεροπλάνου κατά την προσγείωση. Ευτυχώς, είχα πια αναπτύξει αρκετή οικειότητα με τους συνταξιδιώτες μου, ώστε να αστειεύομαι μαζί τους για να ξορκίσω τον φόβο μου. Βρισκόμουν έτσι κι αλλιώς σε κατάσταση μέθης εξαιτίας του μεγάλου υψομέτρου και των πολύωρων περιηγήσεων.

Μια σχεδόν ανέγγιχτη λωρίδα γης, αποτελούμενη από δάση, βουνά, ποτάμια και εύφορα χωράφια, με πληθυσμό μικρότερο του 1 εκατ. και συνταγματική μοναρχία, είναι το Μπουτάν. Ένας σύγχρονος Κήπος της Εδέμ και ίσως η χώρα με τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους στον κόσμο, όπως ισχυρίζεται. Αναρωτήθηκα, όμως, μήπως είναι και από τις πιο αυστηρές. Πάρτε για παράδειγμα την εθνική ενδυμασία του – πολύχρωμες ρόμπες ή φούστες που ορισμένες τάξεις επαγγελματιών πρέπει να φορούν όταν εργάζονται. Ή τα πανταχού παρόντα πορτρέτα της φωτογενούς βασιλικής οικογένειας σε μέγεθος διαφημιστικής πινακίδας. Ή τις επιγραφές στον δρόμο, που προτρέπουν τους ανθρώπους να δουλεύουν σκληρά και να είναι νηφάλιοι. Δεν είδα ούτε έναν άνθρωπο να βρίζει, να τσακώνεται ή να κατσουφιάζει. Ήμουν η μόνη που το έκανα την πρώτη μας νύχτα στην πρωτεύουσα Θίμφου, όταν ένα τσούρμο σκυλιά επιδίδονταν σε διαγωνισμό γαβγίσματος κάτω από το παράθυρό μας.


Xρυσά αγάλματα πλαισιώνουν το μνημείο Great Buddha Dordenma στη Θίμφου. (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Poras Chaudhary/The New York Times)

Ίσως ήθελαν να επικοινωνήσουν με το άγαλμα Great Buddha Dordenma, που κατασκευάστηκε πριν από λίγα χρόνια. Με ύψος 51,5 μ., λάμπει σαν από ατόφιο χρυσάφι φτιαγμένο. Και, πράγματι, είναι επιχρυσωμένο. Μέσα στη βάση του υπάρχουν άλλα 125.000 μικρότερα αγάλματα του Βούδα.

Κανέναν δεν φάνηκε να απασχολεί η προφανής αντίφαση ανάμεσα σε ένα χρυσό άγαλμα και μια αναπτυσσόμενη χώρα με μεγάλα ποσοστά αναλφαβητισμού. Το να βρίσκεσαι σε ένα τέτοιο μέρος με έναν οδηγό του οποίου η αποστολή είναι να σου συστήσει την εξιδανικευμένη εκδοχή του είναι σαν να έχεις βυθιστεί σε παραμύθι. Και θέλεις όντως να το πιστέψεις, παρότι γνωρίζεις ότι η εθνική ευτυχία εισήχθη ως κυβερνητικός στόχος μόλις το 2008.

Μέχρι τη δεκαετία του 1960, το Μπουτάν δεν είχε πόλεις (ακόμα και σήμερα η πρωτεύουσά του αριθμεί λιγότερους από 100.000 κατοίκους) και αποτελούνταν αποκλειστικά από χωριά, δασωμένα υψίπεδα και αγροτικούς, ενίοτε ημινομαδικούς, οικισμούς. Αυτό που όμως έχει αυτή η χώρα είναι ντζογκ. Αυτά τα εντυπωσιακά κατάλευκα μοναστήρια-φρούρια, που συνήθως βρίσκονται χτισμένα δίπλα σε ποτάμια, στεγάζουν σήμερα μοναχούς αλλά και διοικητικές υπηρεσίες. Και θεωρούνται η υλική έκφραση των βουδιστικών αρχών.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ