ΒΙΒΛΙΟ

«Οδηγός» συνταγματικής αναθεώρησης

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΜΑΣ*

Το Σύνταγμα, αν είναι πράγματι συντηρητικό ως προς την αναθεώρησή του, είναι γιατί με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνει, όταν μιλάμε βεβαίως για την Ελλάδα, την προοδευτικότητα που έχει ενσωματωθεί σε αυτό.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΞΕΝΟΦΩΝ Ι. ΚΟΝΤΙΑΔΗΣ
Πώς γράφεται το Σύνταγμα;
Συνταγματικός σχεδιασμός
και διαβουλευτική δημοκρατία
εκδ. Παπαζήση, σελ. 336

Ο Ξενοφών Κοντιάδης δημοσίευσε πρόσφατα το βιβλίο του «Πώς γράφεται το Σύνταγμα; Συνταγματικός σχεδιασμός και διαβουλευτική δημοκρατία» που απευθύνεται μεν σε έναν κύκλο εξειδικευμένων αναγνωστών, απευθύνεται όμως και σε κάθε πολίτη που επιθυμεί να οπλίσει τη σκέψη του με κριτήρια ώστε και ο ίδιος να μπορέσει να κρίνει την ορθότητα κάθε επιχειρούμενης συνταγματικής αναθεώρησης. Το βιβλίο μάς προσφέρει αυτόν τον «Οδηγό», που μπορεί να συνοψισθεί σε επτά σημεία:

1. Σε κάθε αναθεώρηση Συντάγματος δύο φάσεις είναι διακριτές μεταξύ τους: ο εντοπισμός των ισχυουσών διατάξεων που χρήζουν αναθεώρησης, και η επιλογή των ρυθμίσεων που θα αντικαταστήσουν αυτές που αναθεωρούνται.

2. Το ελληνικό Σύνταγμα, θεσπίζοντας μια περίπλοκη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, καθιερώνει ουσιαστικά την αρχή της αδράνειας ως προς την αναθεώρησή του. Είναι προτιμότερο να μην αναθεωρείται παρά να αναθεωρείται το Σύνταγμα. Αν πρόκειται να αναθεωρηθεί, τότε πρέπει να συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι.

3. Οι λόγοι αυτοί δεν μπορεί να αναζητηθούν σε θεωρητικές κατασκευές, αλλά στη ζώσα πραγματικότητα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος έχει υποχρεωτικά ως αντικείμενό της το πραγματικό Σύνταγμα, αυτό που λόγω της εμπειρίας από την εφαρμογή του, ανέδειξε τις αστοχίες του, τα κενά του, τις δυσλειτουργίες που προκαλεί.

4. Καθώς όμως, όπως είναι αναμενόμενο, το δημόσιο ενδιαφέρον για κάθε αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μεγάλο, μεγάλης έκτασης αναμένεται να είναι και ο δημόσιος έλεγχος. Η λογοδοσία των αναθεωρητών έναντι της κοινής γνώμης προϋποθέτει την επιχειρηματολογική διαφάνεια του εγχειρήματός τους.

5. Πολλές λύσεις μπορεί να προσφέρονται, μία όμως θα επιλεγεί αφού διέλθει δύο προκαταρκτικούς ελέγχους. Η νέα ρύθμιση πρέπει να μπορεί να ενταχθεί στην ενότητα του Συντάγματος, να προσαρμοστεί στις αρχές του. Πρέπει ακόμη να είναι συμβατή με αυτό που αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του ευρωπαϊκού νομικού κεκτημένου, έτσι όπως εκφράζεται μέσω των δεσμεύσεων της χώρα μας έναντι της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης.

6. Η λύση που τελικά θα επιλεγεί είναι αυτή στην οποία θα συμπέσει η βούληση των παραγόντων της αναθεώρησης. Κλειδί για την επίτευξη σύγκλισης είναι η επάλληλη συναίνεση. Με την επάλληλη συναίνεση, φορείς με διαφορετικό αξιακό φορτίο, συγκλίνουν σε κοινή λύση, όχι γιατί συμβιβάζονται ή υποχωρούν ως προς αυτήν, αλλά γιατί βρίσκουν σ’ αυτήν, έτσι όπως τελικά διαμορφώθηκε, ότι ανταποκρίνεται στους στόχους ή τις αξίες τους. Αν δηλαδή η Αριστερά επιθυμεί την τροποποίηση του άρθρου 3 του Συντάγματος (σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους), οφείλει να προτείνει μια λύση που να ανταποκρίνεται στο αξιακό υπόβαθρο της Κεντροδεξιάς, και αν οι φιλελεύθεροι επιθυμούν την τροποποίηση του άρθρου 16 του Συντάγματος (ιδιωτικά πανεπιστήμια) θα πρέπει να διατυπώσουν μια πρόταση την οποία η άλλη πλευρά ως αξιακό σύνολο να μπορεί να υιοθετήσει.

7. Ακόμη και μέσω επάλληλης συναίνεσης η λύση που θα προκριθεί δεν είναι βέβαιο ότι θα είναι η επιτυχέστερη αν αυτή δεν περάσει και από μια τεχνοκρατικής φύσης δοκιμασία: τη μελέτη των πιθανολογούμενων συνεπειών της. Νομικοί, ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες χρειάζεται να επιστρατεύσουν τις γνώσεις τους για να εντοπίσουν τα σημεία όπου μπορεί να πιθανολογηθούν βάσιμα οι συνέπειες που θα αναπτύξει η προτεινόμενη λύση, ώστε ή να απορριφθεί πλήρως ή να βελτιωθεί αν υφίσταται έδαφος βελτίωσης.

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι το σχέδιο που περιγράφει στο βιβλίο του περιορίζει αναγκαίως πολλές από τις ελευθερίες που θα νόμιζε ότι διαθέτει κάθε αναθεωρητής του Συντάγματος. Ομως, ευθύς εξαρχής διευκρινίζει δύο βασικές αρχές: ότι, πρώτον, το Σύνταγμα, προϊόν της νεωτερικότητας, εμπεριέχει στην έννοιά του την ιδέα της συνεχούς αναζήτησης καλύτερων λύσεων, άρα, όχι απλώς δεν αποκλείεται, αλλά επιδιώκεται από την ίδια τη φύση του Συντάγματος η αλλαγή, και, δεύτερον, ότι το όριο της αλλαγής του Συντάγματος είναι πάλι οι ίδιες οι ιδέες που το συγκροτούν στον πυρήνα του, η ελευθερία και η δημοκρατία.

Το Σύνταγμα, αν είναι πράγματι συντηρητικό ως προς την αναθεώρησή του, είναι γιατί με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνει, όταν μιλάμε βεβαίως για την Ελλάδα, την προοδευτικότητα που έχει ενσωματωθεί σε αυτό.
 
* Ο κ. Ιωάννης Σαρμάς είναι ανώτατος δικαστικός λειτουργός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ