ΘΕΑΤΡΟ

«Ως σκηνοθέτις πρέπει να βρεις το δίκιο όλων των ηρώων»

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Αριστερά, η Ιωάννα Παππά ως Τζόσι Χόγκαν με τον Γιάννη Νταλιάνη ως Φιλ Χόγκαν, στο «Ενα φεγγάρι για τους καταραμένους». Δεξιά, η Μαρ. Λαμπροπούλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από τα χρόνια που σπούδαζε θεατρολογία στην Πάτρα, αλλά και αργότερα ως ηθοποιός, η Μαριλίτα Λαμπροπούλου είχε «μια άμυνα» με το έργο του Ευγένιου Ο’ Νιλ. Δίσταζε να το ψάξει σε βάθος, «λες και με τρόμαζε». Τώρα η σκηνοθέτις και ηθοποιός κάνει πρόβες το «Ενα φεγγάρι για τους καταραμένους» (1943) που ανεβάζει στο θέατρο «Πορεία» στις 8 Οκτωβρίου σε συνεργασία με την εταιρεία θεάτρου Ακτίς - Μοντέρνοι Καιροί. Είναι το τελευταίο έργο του συγγραφέα, με αυτοβιογραφικά στοιχεία αφού το έγραψε για τον μεγάλο του αδελφό, τον Τζέιμι, που ήταν αλκοολικός. Αυτό το έργο «είναι σαν μια συγγνώμη, η ενοχή του», που δεν πήγε να επισκεφτεί τον αδελφό του στα τελευταία χρόνια της ζωής του στο νοσοκομείο παρότι εκείνος τον καλούσε κοντά του.

Ο αλκοολικός, ξεπεσμένος ηθοποιός Τζιμ Ταϊρόν (υποδύεται ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης) είναι ο βασικός ήρωας του έργου. Η Τζόσι Χόγκαν (Ιωάννα Παππά) βλέπει σε αυτόν ευγένεια και ψυχικά χαρίσματα που ούτε ο ίδιος αναγνωρίζει στον εαυτό του, ενώ ο πατέρας της Φιλ Χόγκαν (Γιάννης Νταλιάνης), φτωχός μετανάστης, ελπίζει σε ένα γάμο ανάμεσά τους.

Κίνητρο για να καταπιαστεί με κάτι, «είναι η έκπληξη» λέει στην «Κ» η σκηνοθέτις. «Εχοντας μετακινηθεί στη ζωή μου από διάφορα γεγονότα που μου συνέβησαν και αλλάζοντας την οπτική μου σε πολλά, ξαναδιάβασα ορισμένα έργα του Ευγένιου Ο’ Νιλ και συνειδητοποίησα ότι άρχισε να με έλκει με έναν απρόοπτο τρόπο». Ετσι οδηγήθηκε στο «Ενα φεγγάρι για τους καταραμένους» ένα έργο που συνδέεται με το σήμερα. «Ισως γιατί τα βασικά θέματα που θίγει είναι το ψέμα, η εξαπάτηση, οι μάσκες και τα ζωτικά ψεύδη, που χωρίς αυτά δεν μπορούμε να είμαστε ισορροπημένοι. Αλλά και το ερώτημα: αυτά μάς βοηθάνε να ζήσουμε και να ξεπεράσουμε τα βάσανα της ζωής και τις πληγές μας ή μάς βυθίζουν περισσότερο σε μια ατέρμονη επανάληψη του ίδιου λάθους;».

Σήμερα ενοχλείται με την επιφανειακή πλευρά των σχέσεων και την έλλειψη κοινού οράματος. «Είναι συνυφασμένα με την κρίση, τη διάψευση, την κατάρρευση που μας δημιουργεί την αγωνία να βγούμε απ’ όλο αυτόν τον αγώνα. Αυτό είναι και ο κλίμα της παράστασης: ο αγώνας για την υπέρβαση».

Δεν ξεχωρίζει τους ήρωες που δουλεύει. «Ως σκηνοθέτις πρέπει με έναν τρόπο να ταυτιστείς και να βρεις το δίκιο όλων των ηρώων, να τους αγαπήσεις όλους, ενώ ως ηθοποιός πρέπει να αγαπήσεις τον ρόλο σου». Μέσα της λειτουργούν πάντα και τα δύο, «η σωματική σχέση με τον ρόλο και η εποπτεία».

Με σπουδές θεατρολογίας αλλά και μουσικές, «κύκλωσε» το επάγγελμά της από το 1996 απ’ όλες τις πλευρές. Το ξεκίνημά της ήταν σκηνοθετικό, αν και ως ηθοποιός εργάστηκε τα περισσότερα χρόνια. Δίπλα στον Μιχαήλ Μαρμαρινό, στο Αμόρε του Γιάννη Χουβαρδά, στην Πειραματική του Εθνικού θεάτρου κ.α., υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Η Ρόζμαρυ στην κορυφή των λόφων», έπαιξε πολύ στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Το γλυκό της πρόσωπο με το αθώο βλέμμα λάτρεψε η τηλεόραση, στην οποία έγινε αγαπητή στο ευρύ κοινό («Εραστής δυτικών προαστίων», «Είναι στιγμές» κ.ά.). Ενας χώρος ελαφράδας που ανταποκρίνεται σε διαφορετικές διαθέσεις στη ζωή μας, εξηγεί. «Επειδή είχα και έχω συχνά την τάση να είμαι πολύ σοβαρή στη ζωή μου, είχα την ανάγκη μιας ανάπαυλας. Μου έμαθε πράγματα σε σχέση με την ελαφράδα, την αμεσότητα και την ταχύτητα με την οποία μπορείς να ανασύρεις πράγματα από μέσα σου ως ηθοποιός και ας μην είναι πάντα όλα τέλεια. Προσπαθώ να βρω τη χρυσή τομή των πραγμάτων. Η τηλεόραση γι’ αυτόν που την παρακολουθεί είναι διασκέδαση, το θέατρο είναι μάθηση και ψυχαγωγία. Από τον ηθοποιό ζητείται άλλη λειτουργία».

Το θεατρικό τοπίο

Για το θεατρικό τοπίο της εποχής και την υπερπροσφορά των παραγωγών λέει πως «έχει χαθεί το μέτρο. Από κει που υπήρχε μια έλλειψη σε δημιουργικά πειράματα, τα πράγματα άνοιξαν τόσο, ώστε σε πολλά να χάνεται η ουσία και να αποπροσανατολίζεται το κοινό. Πολλές παραγωγές δεν σέβονται τη δημιουργική διαδικασία, ούτε τις οικονομικές πρακτικές του εργαζόμενου ηθοποιού. Αρκετές δεν έχουν λόγο ύπαρξης ή αναπαράγουν η μία την άλλη. Πρέπει να γίνουν τα πράγματα πιο ουσιαστικά, συγκροτημένα και να μαζευτούν οι διασκορπισμένες δυνάμεις».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ