Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Περί ακροδεξιάς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η υπόθεση με τις κυρώσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εις βάρος της Ουγγαρίας, με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και της Νέας Δημοκρατίας, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την (παρα)φιλολογία περί ακροδεξιάς ταυτότητας στην Ελλάδα. Ή αλλιώς, με το ποιος τελικώς μπορεί να βαφτιστεί ακροδεξιός εν Ελλάδι. Πόσο εύκολα επίσης. Και καιροσκοπικά.

Πολύ πριν αποπειραθεί να στιγματίσει τη Νέα Δημοκρατία ως ακροδεξιά, όπως κάνει εσχάτως ο ΣΥΡΙΖΑ με μανία, το είχε προσπαθήσει έχοντας άλλο στόχο. Πολλοί θα θυμούνται ότι προτού ανέλθει στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ, τόσο το κόμμα όσο και τα διάφορα τρολ του είχαν στοχοποιήσει ως ακροδεξιό το Ποτάμι και τον Σταύρο Θεοδωράκη.

Τότε, στα 2014 και στις αρχές του 2015, μιλούσαν για «κρυπτοφασίστες» όταν αναφέρονταν στο Ποτάμι. Ηταν η εποχή που είχαν κάνει της μόδας και τον χαρακτηρισμό «ακραίο κέντρο». Σήμερα τείνει να ξεχαστεί αυτός ο πολιτικός νεολογισμός απλούστατα διότι σε αυτή τη φάση δεν ωφελεί πολιτικά τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ (ή απλώς έτσι καταλαβαίνει τα πράγματα).

Τότε, το μεγάλο φόβητρο για πρόκληση αιμορραγίας (κεντροαριστερών και γενικώς αναποφάσιστων) ψήφων από τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν το Ποτάμι, όχι φυσικά η Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά ή του Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Οπότε, ξεκίνησαν μια ομοβροντία πυρών με στόχο το Ποτάμι, «βαφτίζοντας» βουλευτές και στελέχη του ακροδεξιά και τον ίδιο τον αρχηγό «παπαγαλάκι των διαπλεκόμενων μέσων». Η λάσπη ήταν πηχτή και δεν έλεγε να σταματήσει. Δεν πέτυχαν απόλυτα στο στόχο τους αλλά, όπως έχει σοφά ειπωθεί, ρίξε, ρίξε, κάτι θα μείνει.

Τώρα που το Ποτάμι έχασε τη δυναμική του 2014-15 και στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται ένας πολιτικός με κεντρώο προφίλ, η συριζαϊκή προπαγάνδα άλλαξε κατεύθυνση. Η ένταση στη φωνή του Αδωνι Γεωργιάδη και ιδίως το (όντως μαύρο) νεανικό παρελθόν του Μάκη Βορίδη χρησιμοποιήθηκαν δεόντως. Η ιστορία με το Μακεδονικό λειτούργησε ως παγίδα στην οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έπεσε τελικώς, ωστόσο, και αυτό χρησιμοποιήθηκε ως ένα ακόμα επιχείρημα περί ακροδεξιού προσήμου στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Βεβαίως, υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια: το 2014 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε συμμαχήσει ακόμα με τους ΑΝΕΛ. Ο πολιτικός καιροσκοπισμός μιας Αριστεράς που δεν διστάζει να συμπράξει με ένα εθνικιστικό λαϊκιστικό κόμμα, με αντισημιτικές, ομοφοβικές κορώνες, προκειμένου να αδράξει την εξουσία, μετέτρεψε τον καταγγελτικό οίστρο περί ακροδεξιάς σε παρωδία – ιδίως όταν οι του ΣΥΡΙΖΑ βάφτισαν τους ΑΝΕΛ «Κεντροδεξιά».

Βεβαίως, το φαινόμενο Καμμένου δεν το επινόησε ο Αλέξης Τσίπρας. Η Νέα Δημοκρατία το καλλιέργησε επί σειράν χρόνων και απλώς, στην κατάλληλη στιγμή, ο κ. Τσίπρας το εκμεταλλεύθηκε. Ο ακροδεξιός ιός δεν έχει αφήσει κανέναν απρόσβλητο στην Ελλάδα πλέον. Αλλά όταν έχεις τέτοιο κυβερνητικό εταίρο, το να κατηγορείς άλλα κόμματα ως ακροδεξιά, εδώ γελάνε και οι πέτρες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ