ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Έμοιαζε με Κυριακή

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

«Πήρατε την υποτροφία Fulbright για το ακαδημαϊκό έτος 2009-2010. Συγχαρητήρια! Εύχομαι όχι μόνο να είναι η Αμερική μια εποικοδομητική εμπειρία για εσάς, αλλά και με τη σειρά σας να σταθείτε στο υψηλό επίπεδο όλων των Ελλήνων που έχουν εκπροσωπήσει τη χώρα μας στο πρόγραμμα από το 1948». Η Άρτεμις Ζενέτου, επικεφαλής του ιδρύματος στην Αθήνα, μου είχε πει, από την άλλη άκρη της γραμμής, τα ωραιότερα νέα της ζωής μου σε τρεις προτάσεις. Δεν θυμάμαι αν ήταν Κυριακή, αλλά έμοιαζε με «Κυριακή». Περίμενα να κλείσω το τηλέφωνο για να ουρλιάξω από τη χαρά μου, να χοροπηδήσω κυριολεκτικά, αυθεντικές  παιδικές αντιδράσεις δηλαδή, που σπάνια αφήνουμε να εισχωρήσουν στην ενήλικη ζωή. 

Μερικούς μήνες αργότερα, έφτανα στο JFK της Νέας Υόρκης γεμάτη περιέργεια, όνειρα και στόχους. Η έρευνα που ήθελα να εκπονήσω προϋπέθετε ότι θα χρησιμοποιούσα ως «ακαδημαϊκή βάση» το Queens College στην ομώνυμη γειτονιά, αλλά θα ταξίδευα στις μεγαλύτερες πόλεις όπου ζουν Έλληνες. Θα έπρεπε να εντοπίσω και να μιλήσω με νεαρούς Ελληνοαμερικανούς, 2ης, 3ης και 4ης γενιάς, για να διερευνήσω αν έχουν ελληνική συνείδηση, πώς συνδέονται με τη χώρα του προπάππου και του παππού, του πατέρα. Μέσα σε έξι μήνες σάρωσα κυριολεκτικά την επικράτεια, από το Σικάγο μέχρι την Καλιφόρνια και από τη Βοστώνη μέχρι τη Βόρεια Καρολίνα. Ακόμα και σήμερα δεν έχω πετάξει εκείνη τη βαλίτσα που με συντρόφευσε υπομονετικά σε όλη αυτή τη διαδρομή. Όπως ακριβώς δεν έχουν χάσει την ικμάδα τους οι αναμνήσεις από αυτό το διάστημα, που κυριολεκτικά μου άλλαξε τη ζωή. Με τι τρόπο; 

Μα με αυτόν που περιέγραφε ο γερουσιαστής Φούλμπραϊτ στις ιδρυτικές αρχές του προγράμματος των εκπαιδευτικών ανταλλαγών που φέρει το όνομά του. Θεωρούσε ότι η εκπαίδευση είναι μια βραδύκαυστη δύναμη που μπορεί να βελτιώσει τον κόσμο, να τον κάνει πιο ειρηνικό. Το να πηγαίνεις για σπουδές σε μια ξένη χώρα σημαίνει ότι θα ανατρέψεις όλα τα στερεότυπα. Θα βγάλεις τα φίλτρα που σου εγκατέστησε η πατρίδα σου, θα ανοίξουν το βλέμμα σου και οι ορίζοντές σου, θα γίνεις πιο ανεκτικός στο διαφορετικό, θα μεγαλώσει η κατανόησή σου, θα γίνεις ευέλικτος, επινοητικός, προσαρμοστικός. Νομίζω ότι μου συνέβησαν όλα. Και κάτι ακόμα. Πέρασα καιρό μακριά από την Ελλάδα, αλλά την έμαθα και αυτήν καλύτερα μέσα από τη Διασπορά της. 

Συνάντησα δεκάδες νέους ελληνικής καταγωγής. Αρχικά στη γειτονιά μου, την Αστόρια, που εκείνη την εποχή δεν είχε γίνει τόσο της μόδας όσο είναι σήμερα, που θεωρείται το «Νέο Μπρούκλιν», απλησίαστη πια σε τιμές. Δέκα χρόνια πριν, μπορούσα να κάνω όλες τις καθημερινές δουλειές (τράπεζες, ταχυδρομείο, σούπερ μάρκετ) μιλώντας μόνο ελληνικά. Μπήκα σε ελληνικά σπίτια στο Σαν Ντιέγκο, άκουσα τραγούδια του Δήμου Μούτση στο Ντιτρόιτ,  προσκύνησα σε ελληνικές εκκλησίες του Σαν Φρανσίσκο, άκουσα κάλαντα τα Χριστούγεννα, τον εθνικό μας ύμνο. Μου είπαν πράγματα τόσο συγκινητικά, που δεν ξεχνιούνται. Οι Έλληνες του εξωτερικού έχουν κρατήσει αναλλοίωτα όλα τα καλά χαρακτηριστικά: γλυκύτητα, γενναιοδωρία, αλληλοϋποστήριξη, φιλότιμο και πατριωτισμό.

Η υποτροφία ήταν ένα «διαβατήριο» για την προσωπική και συλλογική αυτογνωσία, ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μου έχουν δοθεί. Η ευεργετική της επίδραση κρατάει ακόμα στο βλέμμα μου. Και δεν μπορώ να μην καμαρώσω τα νέα παιδιά που βλέπω κάθε Ιούνιο στην καθιερωμένη τελετή της επίσημης ανακοίνωσης των υποτροφιών να έχουν αυτό το χαμόγελο. Είναι απολύτως γνώριμο και –τολμώ να πω– μεταδοτικό. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ