ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το καλοκαίρι του 1932, με το τέλος του πρώτου έτους σπουδών στο εργαστήριο του Ουμβέρτου Αργυρού, γίνεται στην Aνωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας έκθεση με έργα των σπουδαστών. Ο Γιάννης Μόραλης θα δείξει εκεί δύο αυτοπροσωπογραφίες, τις οποίες θα προσέξει ο τεχνοκρίτης Διονύσιος Κόκκινος και θα τις επαινέσει στο περιοδικό Νέα Εστία. Από εκείνο το σημείο πιάνει το νήμα της αφήγησης η μεγάλη αναδρομική έκθεση που εγκαινιάζεται απόψε στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς. Για την οργάνωσή της συμπράττουν το Μουσείο Μπενάκη, η Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου, το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης και η Γκαλερί Ζουμπουλάκη, με τη συμπαράσταση, φυσικά, της οικογένειάς του.


Χαρακτηριστικά αφαιρετικά πορτρέτα και συνθέσεις του ζωγράφου.

Η έκθεση παρουσιάζει ανά δεκαετία τα έργα του σπουδαίου ζωγράφου, χαράκτη, σκηνογράφου και δασκάλου και ταυτόχρονα τον βιογραφεί. Αυτό όμως δεν τηρείται με αυστηρότητα. Υπάρχουν έργα από άλλες δεκαετίες που συχνά παρεμβάλλονται, ακριβώς για να εξυπηρετήσουν τη βιογραφία. «Στην ενότητα του ’30, λ.χ., που αφορά τη Σχολή Καλών Τεχνών και τη μαθητεία του στη Ρώμη και στο Παρίσι, θα δείτε το πορτρέτο του φιλολόγου και μετέπειτα ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα, το οποίο είναι μεταπολεμικό (1946). Γιατί εντάσσεται εδώ; Γιατί όταν ο πατέρας του Μόραλη σκοτώθηκε το 1937, σε τροχαίο, την κηδεμονία του σε ό,τι αφορούσε τις σπουδές του ανέλαβε ο Κουγέας, που ήταν οικογενειακός φίλος», εξηγεί ο επιμελητής της έκθεσης, Νίκος Παΐσιος. «Ως παιδί-θαύμα, ο Γιάννης Μόραλης παρακολουθούσε το κυριακάτικο μάθημα της Σχολής Καλών Τεχνών ήδη από τα δεκατρία του. Οταν ξεκίνησε τις κανονικές σπουδές του, ήταν ακόμα ανήλικος – δεκαεπτά ετών».


Γυμνό, 1947. Ενα από τα πρώιμα αριστουργήματα της δεκαετίας του ’40.

Ο πλούτος των εκθεμάτων είναι εντυπωσιακός: μέσα από περίπου 200 πίνακες και άλλα 100 αντικείμενα σε προθήκες, εξιστορείται η θαυμαστή πορεία ενός επαρχιωτόπαιδου από την Αρτα που στα έντεκά του χρόνια ήρθε στην Αθήνα και αποφάσισε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Της έμεινε πιστός μέχρι την τελευταία του πνοή. Δεν σταμάτησε στιγμή να εργάζεται με πάθος και αφοσίωση στην τέχνη του. «Πέρα από το τεράστιο σχεδιαστικό ταλέντο του, ο Γιάννης Μόραλης ήταν ο πιο προκομμένος άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Αυτά που βλέπετε εδώ δεν αποτελούν ούτε το 10% όσων είχε φτιάξει· θα θέλαμε... τρία Μουσεία Μπενάκη για να τα παρουσιάσουμε όλα!» λέει ο κ. Παΐσιος.

Πάντως, το ισόγειο του Μουσείου Μπενάκη χώρεσε πολλά. Από τους μικρών διαστάσεων πίνακες της νιότης του Μόραλη και τα πρώιμα αριστουργήματα της δεκαετίας του ’40, όταν σταματά να είναι μαθητής και αρχίζει να γίνεται δάσκαλος, μέχρι σχέδια και χαρακτικά, γλυπτά και αρχιτεκτονικές εφαρμογές (όπως για το Χίλτον, τον Διόνυσο και την οικία Δοξιάδη), εξώφυλλα βιβλίων και δίσκων, αφίσες για τον ΕΟΤ, κεραμικά. Ανάμεσά τους και το πρώτο πιάτο που ζωγράφισε (με μια γοργόνα) για τον Γιώργο Σεφέρη, τον Δεκέμβριο του 1960, πριν από τη συνεργασία του με την Ελένη Βερναρδάκη.


O Γιάννης Μόραλης με τη Μαρία Ρουσέν, το 1943.

Συναρπαστικά πορτρέτα

Η έκθεση περιλαμβάνει και κοστούμια και σκηνικά. Ομως το πιο ζωντανό, το πιο συναρπαστικό κομμάτι (και) αυτής της αναδρομικής είναι τα πορτρέτα, ιδιαίτερα των δικών του ανθρώπων: τα αδέλφια του, ο αδελφικός του φίλος Νίκος Νικολάου, οι δάσκαλοί του, η πρώτη του σύζυγος Μαρία Ρουσέν (1941-1945), η δεύτερη, γλύπτρια Αγλαΐα (Μπούμπα) Λυμπεράκη (1947-1955), και η τρίτη, Γιάννα Βασσάλου, και άλλοι έρωτες, που μπορεί να μην τον οδήγησαν στα σκαλιά της εκκλησίας, αλλά προκάλεσαν... εκρήξεις χρωμάτων στους καμβάδες του. Το ερωτικό στοιχείο κατέχει κεντρική θέση στο έργο του Γιάννη Μόραλη.

«Υπάρχουν πολλές ιστορίες που δεν μπορούν να ειπωθούν, γιατί κάποιες από τις πρωταγωνίστριές τους είναι ακόμα εν ζωή και θα βρίσκονται στα εγκαίνια», λέει με νόημα ο Νίκος Παΐσιος. «Ο Γιάννης ήταν ένας ντροπαλός, εσωστρεφής και πολύ τρυφερός άνθρωπος, που ποτέ δεν κρατούσε κακία», συμπληρώνει η επί 45 χρόνια συνεργάτης και επιστήθια φίλη του Πέγκυ Ζουμπουλάκη. «Είχε όμως και πολλές έννοιες και μυστικά. Δεν θα τα πούμε απόψε. Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν θα τα πούμε. Γιατί ξέρουμε καλά ότι ο ίδιος δεν θα το ήθελε...»

​​Mουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ