ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

― Ποια είναι η πιο πρόσφατη φωτογραφία που τραβήξατε;

– Εχω χρόνια να φωτογραφίσω. Δεν χρησιμοποιώ καν την κάμερα του κινητού μου τηλεφώνου.

– Αλήθεια; Με εκπλήσσετε.

– Γιατί; Σκεφτείτε ότι είμαι μια γυναίκα ηλικιωμένη και συνεπώς πάρα πολύ κουρασμένη. (Γέλια)


Αυτοπορτρέτο του 1953.

– Η φωνή σας, πάντως, ακούγεται νεανική...

– Σας ευχαριστώ, είστε πολύ ευγενική αλλά vous vous trompez (κάνετε λάθος). Τον περασμένο Ιούλιο έκλεισα τα 94. (Γέλια ξανά).

Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, από το διαμέρισμά της στο Παρίσι, η Σαμπίνε Βάις (Sabine Weiss) –τελευταία εκπρόσωπος της γαλλικής σχολής ουμανιστικής φωτογραφίας, που ανέδειξε θρύλους όπως ο Βιλί Ρονί, ο Ρομπέρ Ντουανό, ο Εντουάρ Μπουμπά, ο Μπρασάι, ο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν– ακουγόταν ιδιαίτερα ευδιάθετη. Αφορμή για τη συνομιλία μας ήταν η έκθεση «Οι πόλεις, Ο δρόμος, Ο άλλος», που φιλοξενείται μέχρι τις 15 Οκτωβρίου στο παρισινό Κέντρο Ζορζ Πομπιντού. Οι 80 φωτογραφίες που περιλαμβάνει δεν τραβήχτηκαν για κάποιο από τα διάσημα έντυπα για τα οποία έχει δουλέψει – από τους New York Times, το Newsweek, το Life και τη Vogue, μέχρι το Elle, το Esquire και το Time. «Είναι όλες τραβηγμένες για μένα, για τη δική μου ευχαρίστηση. Είναι ο δικός μου μυστικός κήπος», όπως λέει η θρυλική φωτογράφος, η οποία αρνείται ότι είναι καλλιτέχνις. «Είμαι τεχνίτρια, γιατί δεν δημιουργώ τίποτα. Είμαι απλώς μάρτυρας όσων βλέπω και προκαλούν το ενδιαφέρον μου. Κι αυτό που ανέκαθεν με ενδιέφερε ήταν οι άνθρωποι».


Παρίσι, πλατεία Κονκόρντ, 1953.

– Πότε αποφασίσατε να γίνετε φωτογράφος και γιατί;

– Απέκτησα την πρώτη μου κάμερα, μια Bakelite, σε ηλικία οκτώ ετών. Πριν τελειώσω το σχολείο, είχα αποφασίσει ότι αυτό το επάγγελμα θα ακολουθούσα. Η μητέρα μου είχε πεθάνει και ζούσα με τον πατέρα μου, που ήταν χημικός μηχανικός. Του το ανακοίνωσα. «Να το κάνεις, αφού το θέλεις», μου είπε. Ως παιδί ήμουν πολύ ανεξάρτητη, απολάμβανα μια αδιανόητη για την εποχή ελευθερία, ποτέ δεν με καταπίεσε.

– Ποια περίοδο της ζωής σας νοσταλγείτε περισσότερο;

– Ισως θυμάμαι με περισσότερη τρυφερότητα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, αλλά δεν άλλαξαν και πολλά στη συνέχεια. Πάντα δούλευα για να εξασφαλίσω τα προς το ζην και, παράλληλα, πάντα φωτογράφιζα αυτά που άρεσαν σε μένα.


Η αγαπημένη της φωτογραφία, από τις χιλιάδες που έχει τραβήξει: ένας κλοσάρ που στα μάτια της έμοιαζε με τζέντλεμαν (1955).

– Εχετε πει ότι η φωτογραφία δρόμου είναι το αγαπημένο σας είδος. Γιατί;

– Γιατί σ’ αυτές τις εικόνες, που δεν είναι στημένες, βλέπει κανείς πραγματικά πώς είναι οι άνθρωποι: τα συναισθήματά τους, την αλήθεια τους. Αυτή την αλήθεια ήθελα να δείχνω. Κάθε βράδυ, μετά το δείπνο, κάναμε με τον σύζυγό μου (σ.σ. τον Αμερικανό ζωγράφο Χιου Βάις) περιπάτους στην πόλη. Κι όποτε έβλεπα ένα ενδιαφέρον πρόσωπο, το απαθανάτιζα. Σπάνια φωτογράφιζα τοπία. Και ποτέ δεν έχω κάνει ρετούς σε φωτογραφία μου.

– Από όσους έχετε φωτογραφίσει, ποιον θυμάστε πιο έντονα;

– Τον Αλμπέρτο Τζιακομέτι. Συνήθως τα πορτρέτα μου γίνονταν για κάποιο έντυπο και είχα λίγο χρόνο στη διάθεσή μου. Με τον Τζιακομέτι ήταν διαφορετικά. Ημασταν φίλοι, πήγαινα συχνά στο ατελιέ του, τον έβλεπα να δουλεύει, κουβεντιάζαμε.


Η συγγραφέας Φρανσουάζ Σαγκάν σε... μεταμεσονύχτια φωτογράφιση (1954).

– Υπάρχει κάποιος που σας ταλαιπώρησε;

– Η συγγραφέας Φρανσουάζ Σαγκάν. (Γέλια). Μου ζήτησε να πάω στο σπίτι της στις 2 τα ξημερώματα, για τη φωτογράφιση. Οταν πήγα, είχε αλλάξει γνώμη. «Ελα αύριο, την ίδια ώρα», μου είπε.

– Με τη Vogue πώς αρχίσατε να συνεργάζεστε;

– Πήγα το 1952 να τους δείξω τη δουλειά μου. Παρών στο ραντεβού ήταν κι ένας μικρόσωμος άνδρας, που έδειξε ενθουσιασμένος με τις φωτογραφίες μου. Ηταν ο Ρομπέρ Ντουανό. Σ’ εκείνον χρωστάω και την πρόσληψή μου και τη συνεργασία μου με το πρακτορείο Rapho. Εμεινα στη Vogue εννέα χρόνια. Δεν μπορώ να πω, βέβαια, ότι το συγκεκριμένο είδος φωτογραφίας με ενθουσίαζε. Οι προτεραιότητες ήταν δεδομένες: το μοντέλο, ο μόδιστρος, ο μακιγιέρ, ο κομμωτής και φυσικά ο πελάτης έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι. Το λιγότερο που μετρούσε ήταν η άποψη του φωτογράφου...

– Και στη διαφήμιση, την οποία επί πολλά έτη υπηρετήσατε, το ίδιο ίσχυε;

– Α, ναι! Πρέπει, πάντως, να πω ότι στη διαφήμιση η ελευθερία του φωτογράφου είναι μεγαλύτερη. Τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια. Δεν φωτογράφιζα απλώς, έβρισκα και την ιδέα κάθε λήψης. Εχω φωτογραφίσει από αρώματα μέχρι ξυριστικές μηχανές. Και χιλιάδες μωρά. Δεν υπερβάλλω, χιλιάδες! Θεωρούσαν ότι είναι η... σπεσιαλιτέ μου.


Ο θεωρητικός του υπερρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν, το 1956.

– Ως γυναίκα, σε μια εποχή που το επάγγελμα του φωτογράφου ήταν ανδροκρατούμενο, αντιμετωπίσατε δυσκολίες;

– Ποτέ το φύλο μου δεν δημιούργησε προβλήματα στη δουλειά μου. Το αντίθετο, μάλιστα. Μερικές φορές, όταν έπρεπε να φωτογραφίσουμε κάποιον σταρ και ήμασταν πολλοί φωτογράφοι μαζεμένοι περιμένοντάς τον για να εξασφαλίσουμε ένα ενσταντανέ, οι άνδρες συνάδελφοι παραμέριζαν. «Περάστε, μαντάμ», μου έλεγαν. (Γέλια).

«Κάποτε ήταν απαιτητική δουλειά, σήμερα πατάς ένα κουμπί...»

– Ποια η σχέση σας με την ψηφιακή φωτογραφία;

– Μηδαμινή. Στενοχωριέμαι που σχεδόν κανείς στις μέρες μας δεν ξέρει πόσο απαιτητικό τεχνικά επάγγελμα ήταν κάποτε αυτό του φωτογράφου. Οι μηχανές μας ήταν βαριές και δύσκολες στον χειρισμό, δουλεύαμε με φιλμ, έπρεπε να τυπώνουμε και να ξέρουμε τα μυστικά της εκτύπωσης. Σήμερα πατάς ένα κουμπί και έχεις μια εξαιρετική φωτογραφία. Αλλά ακριβώς επειδή όλοι είναι φωτογράφοι ή παριστάνουν τους φωτογράφους, πρέπει να παρουσιάσεις κάτι πάρα πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέρον για να ξεχωρίσεις.


Aίγυπτος, 1983. «Kαι στις αποστολές πρόσωπα φωτογράφιζα, όχι τοπία».

– Αυτή την εποχή τι ετοιμάζετε;

– Προσπαθώ να οργανώσω το αρχείο του άνδρα μου, που ήταν ζωγράφος. Θα ήθελα να προλάβω να πραγματοποιήσω μια μεγάλη αναδρομική με έργα του.

– Τον φωτογραφίζατε;

– Πολύ συχνά. Ηταν πάντα το μοντέλο μου όταν ήθελα να πειραματιστώ με κάποια νέα τεχνοτροπία. Πόζαρε αδιαμαρτύρητα!

– Εσάς σας αρέσει να σας φωτογραφίζουν;

– Kαθόλου! Υπάρχουν λίγα πορτρέτα μου από συναδέλφους και μόνο ένα αυτοπορτρέτο μου, από τα νιάτα μου. Δεν μου αρέσει να βλέπω το πρόσωπό μου. Δεν ήμουν ποτέ και κοκέτα...

– Σε μια «κιβωτό εικόνων», ποια φωτογραφία σας θα επιλέγατε να σώσετε, κυρία Βάις;

– Είναι περίεργο που με ρωτάτε. Χθες βράδυ δυσκολευόμουν να κοιμηθώ και αίφνης, χωρίς καμιά αφορμή, ήρθε στο μυαλό μου μια νυχτερινή φωτογραφία που τράβηξα το 1955 στο Σεν Ζερμέν: ενός κλοσάρ που όμως φαινόταν στα μάτια μου ως τζέντλεμαν. Είχε απίστευτη χάρη και αξιοπρέπεια. Μου θύμισε τον Σαρλό. Σκεφτόμουν πόσο πολύ την αγαπώ. Αυτήν θα επέλεγα, λοιπόν.

– Περιλαμβάνεται στην έκθεση του Πομπιντού;

– Οχι, δυστυχώς δεν την έχω σε ηλεκτρονική μορφή. Σε κάποια κούτα ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες φωτογραφίες θα βρίσκεται...

Το επόμενο μεσημέρι, έλαβα ένα email από το γραφείο Τύπου του Πομπιντού. «Η κυρία Βάις μάς ζήτησε να σας προωθήσουμε αυτήν τη φωτογραφία», μου έγραφαν. Ηταν ο «Clochard gentleman»...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ