Ο Τζέφρι Ευγενίδης είναι ένας σταρ της λογοτεχνίας. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε όλο τον κόσμο, οι αναγνώστες του ανέρχονται σε εκατομμύρια, το έργο του έχει μεταφερθεί στο σινεμά, έχει κερδίσει σπουδαία βραβεία και στις λίστες με τους συγγραφείς που έχουν σημαδέψει την πεζογραφία του τρέχοντος αιώνα συναντάμε πάντα το όνομά του. Λίγες μέρες πριν επιβιβαστεί στο αεροπλάνο για να επισκεφτεί τη χώρα μας, ο Αμερικανός συγγραφέας απάντησε στο τηλεφώνημα του «Κ», έχοντας μόλις ολοκληρώσει τη μετακόμισή του στη Νέα Υόρκη. 

Έπειτα από περίπου μία δεκαετία στο Πρίνστον, αποφάσισε να ανηφορίσει προς τη Νέα Υόρκη, όπου είχε ζήσει κάποια χρόνια και παλιότερα, στη δεκαετία του '90. Αρχικά ανησυχούσε για τους έντονους ρυθμούς ζωής που θα συναντούσε, αλλά, τελικά, η γειτονιά στην οποία εγκαταστάθηκε, κοντά στο Washington Square Park, του φαίνεται όμορφη και ήρεμη, ενώ δεν απέχει πολύ από τις εγκαταστάσεις του New York University, όπου θα θα συνεχίσει την καριέρα του ως καθηγητής δημιουργικής γραφής. «Μου αρέσει να διδάσκω και να γνωρίζω νεαρούς συγγραφείς», λέει. «Είναι κι αυτός ένας τρόπος να καταλαβαίνω πώς σκέφτεται η νέα γενιά».

Αφορμή για τη συζήτησή μας υπήρξε, πέραν της επικείμενης επίσκεψής του στην Ελλάδα, και η κυκλοφορία του καινούργιου του βιβλίου, της συλλογής διηγημάτων «Δελτία παραπόνων» (εκδ. Πατάκη). Είναι μόλις το τέταρτο βιβλίο του 58χρονου συγγραφέα και θα λέγαμε ότι είναι κάπως παράδοξο που οφείλει την παγκόσμια φήμη του σε μόλις τρία βιβλία, αλλά δεν είναι καθόλου παράδοξο αν θυμηθούμε περί ποίων βιβλίων πρόκειται: «Αυτόχειρες παρθένοι», «Middlesex», «Σενάριο γάμου». Τρία μυθιστορήματα σε περίοπτη θέση στο ράφι της σύγχρονης λογοτεχνίας.

Βελτιώνεται ένας συγγραφέας; 

Η ανάγνωση των διηγημάτων πιθανόν να ξενίσει τον αναγνώστη, που έχει συνηθίσει τον Ευγενίδη να ξεδιπλώνει την πλοκή και τις ιδέες του σε 700σέλιδα μυθιστορήματα. Ο ίδιος σε παλιότερη συνέντευξή του είχε σχολιάσει ότι η συγγραφή ενός διηγήματος του φαίνεται ένα έργο δυσκολότερο από τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. «Δεν ξέρω τι είναι πιο δύσκολο», μου λέει. «Σίγουρα, πάντως, τίποτα από τα δύο δεν είναι εύκολο. Οι άνθρωποι απλώς υποθέτουν ότι τα διηγήματα είναι ευκολότερα, επειδή είναι μικρότερα και άρα γράφονται σε λιγότερο χρόνο. Η μικρή φόρμα όμως απαιτεί να ξέρεις να ελέγχεις την ιστορία σου, μια δουλειά δύσκολη και πολύπλοκη. Προτιμώ τη μεγαλύτερη φόρμα, νιώθω πιο άνετα, μου ταιριάζει περισσότερο. Απλώς σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με τη διάθεση ή το θέμα μου, μπορεί να στραφώ στο διήγημα».

Τα κείμενα που αποτελούν τα «Δελτία παραπόνων» δεν είναι καινούργια. Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων γραμμένων σε διάστημα σχεδόν τριάντα ετών, ένα χρονικό εύρος που μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε τη συγγραφική του εξέλιξη. Τον ρωτάω αν μπήκε στη διαδικασία να συγκρίνει τις παλιές με τις πιο πρόσφατες ιστορίες του. «Υπάρχει κάποιος κίνδυνος αν προσπαθήσεις να κάνεις κάτι τέτοιο: να συνειδητοποιήσεις ότι ήσουν καλύτερος συγγραφέας στα 28 από ό,τι είσαι στα 58!» Του συνέβη κάτι τέτοιο; «Ξαναδιαβάζοντας την παλιότερη ιστορία της συλλογής (σ.σ. «Ιδιότροποι κήποι», 1989), με εκπλήσσει πόσο τακτοποιημένη ήταν, η ορθή αίσθηση του προσανατολισμού της, η νηφαλιότητά της – δεν θυμάμαι να ήμουν αντίστοιχα νηφάλιος όταν την έγραφα. Βέβαια, είναι μια κωμική ιστορία που δεν απαιτούσε πολύ βαθιά ψυχολογική εξερεύνηση των χαρακτήρων για να λειτουργήσει. Είναι η ιστορία ενός νεότερου συγγραφέα. Αλλά το να είσαι συγγραφέας δεν είναι σαν να είσαι επαγγελματίας αθλητής, που νιώθεις τις δυνάμεις σου να μειώνονται όταν περνάς τα τριάντα. Ξέρω ότι τώρα που έχω μεγαλώσει μπορώ να εμβαθύνω περισσότερο στους χαρακτήρες μου, ότι η εκφραστική μου δύναμη είναι ισχυρότερη, το ίδιο και οι δεξιότητές μου ή το εύρος των γνώσεών μου».

Στην πιο πρόσφατα γραμμένη ιστορία, «Έγκαιρη καταγγελία» (2017), μια ανήλικη κοπέλα κατηγορεί έναν μεσήλικα καθηγητή για σεξουαλική παρενόχληση. Εν μέσω των σχετικών σκανδάλων που συγκλόνισαν την αμερικανική κοινωνία πέρυσι, το συγκεκριμένο διήγημα λειτούργησε κάπως ως ο καθρέφτης ολόκληρης της συλλογής, παρά το ότι το συγκεκριμένο διήγημα γράφτηκε λίγο πριν ανοίξει η υπόθεση του Γουάινσταϊν. «Άνδρες που φέρονται άσχημα» ήταν χαρακτηριστικά ο τίτλος μιας κριτικής του Guardian για το βιβλίο. Ο Ευγενίδης βρίσκει αυτή την προσέγγιση κάπως απλουστευτική, ότι εξαιτίας της ρητορικής του Τραμπ και του κινήματος του #MeToo αυτή η θεματολογία έγινε κάπως της μόδας. Στα διηγήματά του υπάρχουν, πράγματι, άνδρες που φέρονται άσχημα, όμως υπάρχουν και γυναίκες που κι αυτές φέρονται άσχημα, και, κυρίως, υπάρχουν άνθρωποι, μέσοι Αμερικανοί, που επιμένουν να κυνηγούν, ενίοτε υποφέροντας και ο καθένας με τον τρόπο του, κάτι που μοιάζει με υπόλειμμα του περίφημου ονείρου.  

 

 

Τα ελληνικά γονίδια

Οι παλιότεροι αναγνώστες του θα αναγνωρίσουν στα διηγήματά του δύο γνωστούς χαρακτήρες: τον περίφημο σεξολόγο Πίτερ Λους του «Middlesex» και τον Μίτσελ Γκραμάτικους, που φαίνεται ότι υπήρχε στο μυαλό του συγγραφέα πολλά χρόνια πριν από το «Σενάριο γάμου». Του αναφέρω ότι ο χαρακτήρας που μου φάνηκε πιο συναρπαστικός ήταν εκείνος του πατέρα από το διήγημα «Timeshare», ένας άνθρωπος τυχοδιώκτης που έβγαλε χρήματα και έχασε χρήματα, και που στο παρόν της ιστορίας προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια του αναμορφώνοντας ένα μισογκρεμισμένο μοτέλ. Γιατί; με ρωτάει. Εξηγώ ότι αυτή του η ικανότητα να πέφτει και να σηκώνεται, και να μην παύει ποτέ να ονειρεύεται τη μεγάλη ζωή, μου φάνηκε κάπως οικεία, σαν ιστορία που έχει βγει από τη νεοελληνική πραγματικότητα. Γελάει λίγο. «Αυτός ο ήρωας είναι βασισμένος στον πατέρα μου», λέει, «αν και δεν είχα αποδώσει τα χαρακτηριστικά του στα ελληνικά του γονίδια». 

Εννοεί τα γονίδια του Μικρασιάτη παππού του, που έκανε το υπερατλαντικό ταξίδι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, για να εγκατασταθεί τελικά στο Ντιτρόιτ – η ιστορία της οικογένειας Ευγενίδη ως προς τις μετακινήσεις της δεν είναι τόσο διαφορετική από την ιστορία της οικογένειας Στεφανίδη του «Middlesex». Η καταγωγή του έχει ασφαλώς παίξει ρόλο στη διαμόρφωσή του ως συγγραφέα και ως ανθρώπου, παρά το ότι φαινομενικά η επαφή του με τη χώρα μας δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα στενή, δεν μιλάει τη γλώσσα και επίσης δεν θέλησε ποτέ να «πουλήσει» ελληνικότητα, την ίδια στιγμή που οι Έλληνες αναγνώστες του ασφαλώς και νιώθουν μια παραπάνω οικειότητα μαζί του, λόγω του επωνύμου του. 

«Έχω χρόνια να έρθω στην Ελλάδα», λέει. «Δεν έχω έρθει κατά τη διάρκεια της κρίσης και είμαι περίεργος να δω τι θα συναντήσω». Γνωρίζει, πάντως, θαυμάσια την επικαιρότητα και έχει παρακολουθήσει από τις ειδήσεις με ενδιαφέρον και αγωνία όλα τα στάδια της περιπέτειας της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια. «Ακούω πολλά», λέει. «Κάποιοι μου λένε ότι λόγω της κρίσης έχει αναπτυχθεί ένα πνεύμα δημιουργικότητας και μια αίσθηση ανθεκτικότητας. Από την άλλη, ακούω ότι τίποτε από όλα αυτά δεν έχει σημασία και ότι η οικονομική πραγματικότητα έχει σκεπάσει τα πάντα. Δεν ξέρω τι θα δω και είμαι περίεργος, να μιλήσω με ανθρώπους, να καταλάβω». 

Η λογοτεχνία ως αντίδοτο

Η επίσκεψή του θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Αθήνα 2018 – Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου», ενώ θα ταξιδέψει και στη Θεσσαλονίκη. Με αυτή την αφορμή τον ρωτάω για τη θέση του βιβλίου στις κοινωνίες του 21ου αιώνα, για τον ρόλο και τη σημασία της λογοτεχνίας σήμερα. Παραδέχεται ότι η δύναμη που είχε η λογοτεχνία παλιότερα ήταν πολύ πιο καθοριστική. «Εξαρτάται, βέβαια, από το τι είδους βιβλία γράφεις. Αν είχα γράψει τα “Χάρι Πότερ”, θα μπορούσα να πω ότι η λογοτεχνία είναι εξαιρετικά δυνατή, γιατί το βιβλίο μου θα ήταν ένα πανίσχυρο σύμβολο. Αλλά προφανώς συζητάμε για ένα άλλο είδος λογοτεχνίας αυτή τη στιγμή». 

Κατά τη γνώμη του, μια βασική αιτία για τον υποβαθμισμένο ρόλο της λογοτεχνίας είναι το γεγονός ότι δεν κουβεντιάζουμε αρκετά για τα βιβλία που διαβάζουμε. «Υπάρχουν τόσο πολλοί συγγραφείς από τόσες διαφορετικές χώρες. Συχνά σε συζητήσεις σήμερα κάποιος λέει ότι διάβασε το βιβλίο ενός Γάλλου συγγραφέα και σχολιάζει πόσο σπουδαίο ήταν και κάποιος άλλος προσθέτει ότι διάβασε το βιβλίο ενός Νιγηριανού συγγραφέα, και ο επόμενος λέει ότι διάβασε έναν Νορβηγό. Υπάρχουν δηλαδή τρία πιθανόν πολύ καλά βιβλία, αλλά καμία κοινή γνώση. Πώς να κάνεις μια ουσιαστική συζήτηση γι’ αυτά;» Και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό; «Α, δεν ξέρω», απαντά. «Δεν νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι, αυτό είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Η γνώση διαχέεται, η προσοχή μας συνεχώς διασπάται, αλλά πιστεύω ότι η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο, μία από τις ελάχιστες λύσεις που έχουμε για να καθαρίζουμε το μυαλό μας». ■

Το έργο του

«Αυτόχειρες παρθένοι» (1993) 

Το πρώτο μυθιστόρημα του 33χρονου τότε Ευγενίδη, μια αφήγηση της ομαδικής αυτοκτονίας πέντε έφηβων κοριτσιών, των αδελφών Λίσμπον, στο Μίσιγκαν της δεκαετίας του ’70. Η ανατριχιαστική ιστορία (καθ’ όλα επινοημένη) απέκτησε παγκόσμια φήμη, όταν έξι χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε στο σινεμά με μεγάλη επιτυχία από τη Σοφία Κόπολα. Εκδόσεις Libro

«Middlesex» (2002)

Σημείο αναφοράς στη λογοτεχνία της εποχής μας, ένα πολυεπίπεδο έπος που αγγίζει μοναδικά το ζήτημα της έμφυλης ταυτότητας μέσα από την ιστορία της ερμαφρόδιτης Κάλλι και της πορείας τριών γενεών της οικογένειάς της από τη Μικρά Ασία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μυθιστόρημα έγινε διεθνές μπεστ σέλερ και χάρισε στον συγγραφέα το βραβείο Πούλιτζερ. Εκδόσεις Πατάκη

«Σενάριο γάμου» (2011)

Υποδειγματικό campus novel στην Αμερική της δεκαετίας του ’80: τρεις φοιτητές του Brown University αποτελούν ένα ερωτικό τρίγωνο, γύρω από το οποίο ο συγγραφέας εξετάζει τη σύνδεση της λογοτεχνίας και της διανόησης με την πραγματική ζωή. Έξυπνο και διασκεδαστικό, αυτό το τρίτο μυθιστόρημα του Ευγενίδη διαβάστηκε πολύ και καταξίωσε τον συγγραφέα ως μια σταθερή δύναμη της σύγχρονης πεζογραφίας. Εκδόσεις Πατάκη

«Δελτία παραπόνων» (2017)

Συλλογή δέκα διηγημάτων που γράφτηκαν στο διάστημα από το 1989 μέχρι και το 2017, και εκ των οποίων τα περισσότερα είχαν δημοσιευτεί σε αμερικανικά περιοδικά, κυρίως στο New Yorker. Ιστορίες ανθρώπων σε στιγμές αδιεξόδων και ματαίωσης, συνήθως με δόσεις χιούμορ και έμφαση στις μικρές εκείνες λεπτομέρειες που ορίζουν τις συμπεριφορές και διαμορφώνουν τις καταστάσεις. Εκδόσεις Πατάκη

 

Ο Τζέφρι Ευγενίδης θα βρεθεί στην Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης την Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τις ΗΠΑ ως Τιμώμενη Χώρα στην 83η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, και την Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου θα μιλήσει στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Αθήνα 2018 – Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου» του Δήμου Αθηναίων, σε συνεργασία με το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και την υποστήριξη της πρεσβείας των ΗΠΑ. 
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ