Η Μαργαρίτα Πανουσοπούλου απολαμβάνει τη συνεργασία με τους γονείς της. Αυτονόητο; Όχι απαραίτητα. Το να δουλεύεις μαζί με τη μητέρα ή τον πατέρα σου, όταν αυτοί είναι τόσο καταξιωμένοι στον χώρο τους όσο η ηθοποιός Μπέτυ Λιβανού και ο σκηνοθέτης Γιώργος Πανουσόπουλος, μπορεί να δημιουργήσει ένα σωρό προβλήματα. Τα παιδιά διάσημων γονιών συνηθίζουν να γκρινιάζουν για τις προκαταλήψεις του «χώρου» απέναντί τους ή την αδυσώπητη σύγκριση. 

Η 34χρονη Μαργαρίτα, που φέτος επιστρέφει στην ηθοποιία πρωταγωνιστώντας στην ταινία του πατέρα της, Γιώργου Πανουσόπουλου, «Σε αυτή τη χώρα κανείς δεν ήξερε να κλαίει», το θεωρεί ιδανική συνθήκη. «Είναι πιο εύκολο να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που ξέρεις καλά, υπάρχει άνεση και αμεσότητα στη σχέση. Θα έλεγα ότι είναι ιδανικές συνθήκες και θα πρέπει κανείς να επωφελείται όταν του δίνεται η ευκαιρία». 

Γι’ αυτό το έχει κάνει και στο παρελθόν, όταν συμμετείχε σε ένα θεατρικό σχήμα όπου η Μπέτυ Λιβανού μαζί με την Κατερίνα Λέχου κατείχαν τους δύο από τους τρεις ρόλους του έργου «Η ζήλια σε τρία φαξ» της Έστερ Βίλαρ. Η Μαργαρίτα, παρότι σπούδασε θέατρο στην Αγγλία και εργάστηκε και εκεί ως ηθοποιός, τώρα έχει την πολυτέλεια να ασχολείται με αυτό μόνο όταν βρίσκει κάτι που της αρέσει πολύ. Η επαγγελματική της ενασχόληση με τον χορό και εσχάτως τη διοργάνωση δρωμένων της δίνει αυτή τη δυνατότητα· να αλλάζει από το ένα στο άλλο, να ασχολείται με πολλά πράγματα που αγαπά. «Δεν μου φτάνει να είμαι μόνο ηθοποιός», λέει αφοπλιστικά.

 


Η ζωή δεν είναι άσχημη στο επινοημένο Αρμενάκι της νέας ταινίας του Γιώργου Πανουσόπουλου.

 

Στο νησί όπου αδιαφορούσαν για τα χρήματα

Στη νέα (όγδοη) ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου, ο οποίος επιστρέφει μετά 14 ολόκληρα χρόνια στον κινηματογράφο, η Μαργαρίτα υποδύεται την Αύρα, μια νεαρή οικονομολόγο που φτάνει μαζί με έναν Γάλλο ευρωβουλευτή σε ένα αχαρτογράφητο νησάκι του Αιγαίου, το επινοημένο και γι’ αυτό τόσο ειδυλλιακό Αρμενάκι (τα γυρίσματα έγιναν στην Ικαρία), για να εξερευνήσουν αναπτυξιακές λύσεις. Σύντομα έρχονται σε επαφή με τον αλλόκοτο τρόπο ζωής και τις ανατρεπτικές αξίες των κατοίκων του, οι οποίοι θεωρούν το χρήμα... ντεμοντέ. Πρόκειται για μια αναπάντεχα απολαυστική ταινία, γεμάτη όμορφες εικόνες, τοπία, χρώματα, γέλια, ένα παραμύθι που ξέρουμε ότι δεν θα μπορούσε να είναι αληθινό, αλλά το έχουμε ανάγκη όπως και να ’χει. 

«Είναι μια ταινία που πραγματεύεται τη χαρά, τον έρωτα, έχει ένα διονυσιακό στοιχείο, είναι ονειροπαρμένη. Δεν σας κρύβω ότι την κατάλαβα 100% μετά την προβολή της στο Μόντρεαλ (σ.σ. συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Festival des Films du Monde), κι αυτό γιατί την είδα σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από το ελληνικό. Σχηματίστηκαν η ουσία και ο σκοπός της. Είναι μια “πλούσια” ταινία, σε εικόνες, χρώματα, συναισθήματα. Και όπως μας είπαν οι Έλληνες του Καναδά όταν την είδαν: “Επιτέλους, μια ελληνική ταινία χαρούμενη”. Είναι μια κακή συνήθεια να θεωρούμε καλό κινηματογράφο μόνο τον καταθλιπτικό, και ελπίζω αυτό να αλλάξει σύντομα. Το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο. Ανοίξτε έναν οποιοδήποτε οδηγό πόλης και διαβάστε τις παραστάσεις που ανεβαίνουν. Εγώ ψυχοπλακώνομαι!» 

Το φιλμ έκανε πρεμιέρα στο πλαίσιο του 24ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας και πλέον προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες. Πώς πιστεύει η Μαργαρίτα ότι θα ανταποκριθεί το ελληνικό κοινό; «Περιμένω να δω. Δεν είναι εμπορική ταινία, έχει τον δικό της ρυθμό, δεν ακολουθεί τα μοντέρνα στάνταρ – κάπως όπως η ζωή στο Αρμενάκι. Αλλά πιστεύω ότι έχει το κοινό της. Και θα το βρει». ■

Η ταινία «Σε αυτή τη χώρα κανείς δεν ήξερε να κλαίει» του Γιώργου Πανουσόπουλου προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες σε διανομή της Feelgood Entertainment.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ