ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Από τους αρχαίους Μακεδόνες στο «Μακεδονικό» - μια αναδρομή στην ιστορία

ΣΑΒΒΑΣ ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην «Καθημερινή» της Κυριακής, 12 Αυγούστου 2018, δημοσιεύτηκε με τίτλο «Η αλήθεια για τη Μακεδονία μας» ένα άρθρο του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμου. Σε αυτό καλούσε τα αδέλφια του, τους Έλληνες Μακεδόνες, να διαδηλώσουν «της Ιστορίας το αληθέστατο μήνυμα, ότι δηλαδή η Μακεδονία ήταν και είναι πατρίδα και λίκνο των Ελλήνων, ότι όπου Μακεδονία = Ελλάδα, και όπου Ελλάδα = Μακεδονία». Επίσης, απευθυνόμενος ρητορικά στους Σκοπιανούς, προσπαθούσε να εξηγήσει για ποιους λόγους δεν έχουν κανένα δικαίωμα στο όνομα «Μακεδονία». Σκοπός του δικού μου άρθρου είναι να επισημάνω ορισμένες αστοχίες στην επιχειρηματολογία του σεβαστού ιεράρχη και, κυρίως, να υπενθυμίσω ιστορικά γεγονότα τα οποία αποσιώπησε, επειδή δεν συνάδουν με τον ένθερμο εθνομακεδονισμό του.

Τα όσα γράφει ο κ. Άνθιμος για την ελληνικότητα των αρχαίων Μακεδόνων είναι σωστά. Η καταγωγή όμως των Αργεαδών από τους Τημενίδες-Ηρακλείδες του Άργους, στην οποία αναφέρεται βασιζόμενος στον Ηρόδοτο, δεν είναι ιστορικά τεκμηριωμένη. Πρόκειται μάλλον για μύθο που διέδωσε ο Αλέξανδρος Α΄ για να γίνει ως γνήσιος Έλλην δεκτός στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ώς τότε, αλλά και αργότερα, οι άλλοι Έλληνες θεωρούσαν τους Μακεδόνες βάρβαρους. Δεν άργησαν ωστόσο να αναδείξουν το βασίλειό τους σε στρατιωτική και πολιτική δύναμη με εξέχοντα ρόλο στις διενέξεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων-κρατών. Στο απόγειο της ακμής τους ο Φίλιππος Β΄ κατόρθωσε να επιβάλει την ηγεμονία του σε όλη την Ελλάδα και ο γιος του Αλέξανδρος ο Μέγας ηγήθηκε της περίλαμπρης πανελλήνιας (πλην Λακεδαιμονίων) εκστρατείας με την οποία κατέλυσε την κραταιά περσική αυτοκρατορία και οδήγησε τα στρατεύματά του ως τη Βακτριανή και την Ινδία. Μαζί με τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο στους επιφανείς Μακεδόνες ο κ. Άνθιμος καταλέγει και τον Αριστοτέλη. Ο μεγάλος όμως φιλόσοφος δεν ήταν Μακεδόνας. Η γενέτειρά του, τα Στάγειρα της Χαλκιδικής, ήταν πριν καταληφθεί από τον Φίλιππο αυτόνομη ιωνική αποικία, ο πατέρας του από γενιά της Άνδρου και η μητέρα του από γενιά της Χαλκίδας. Επειδή όμως ο πατέρας του, γιατρός του Αμύντα Γ΄,  είχε στενές σχέσεις με τη μακεδονική αυλή, οι Αθηναίοι θεωρούσαν και τον ίδιο «μακεδονίζοντα». Γι’ αυτό και αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα όταν επικράτησαν οι αντιμακεδονιστές.

Παρασυρόμενος από τον πατριωτικό του ζήλο, ο κ. Άνθιμος δεν δίστασε να επιστρατεύσει κι ένα προδήλως παραπειστικό επιχείρημα. Για να υποστηρίξει την ελληνικότητα της Μακεδονίας κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα, αναφέρει ότι ο Απόστολος Παύλος «απηύθυνεν τις δύο Επιστολές προς Θεσσαλονικείς, γραμμένες στην ελληνική γλώσσα». Στην ίδια γλώσσα όμως, τη διαδεδομένη στην εποχή του ελληνιστική «κοινή», έγραψε και τις προς Ρωμαίους και προς Γαλάτας επιστολές του, παρόλο που εκείνοι δεν ήταν ομοεθνείς μας.

Μετά τον πρόωρο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. στη Βαβυλώνα, το μακεδονικό βασίλειο επιβίωσε ως το πιο ομοιογενές, αλλά πολιτισμικά λιγότερο δραστήριο, ανάμεσα στα ελληνιστικά βασίλεια στα οποία διαίρεσαν την αυτοκρατορία του οι διάδοχοί του. Και μετά την ήττα του τελευταίου βασιλιά τους, του Αντιγονίδη Περσέα, το 168 π.Χ. από τον ρωμαίο στρατηγό Αιμίλιο Παύλο στη μάχη της Πύδνας, οι Μακεδόνες έχασαν την πολιτική τους αυτονομία και το βασίλειό τους μετατράπηκε σε ρωμαϊκή επαρχία.

Έκτοτε, η Μακεδονία, ως γεωγραφική πλέον περιοχή, γνώρισε πολλές αλλαγές στη σύνθεση του πληθυσμού της. Στους πέντε αιώνες της ρωμαιοκρατίας εποικίστηκε από ποικίλης καταγωγής ρωμαίους πολίτες και από βαρβαρικά φύλα που συμμαχούσαν με τη Ρώμη. Ανάλογοι εποικισμοί συνεχίστηκαν και αφότου περιήλθε στην επίσης πολυεθνική, αλλά ήδη σε μεγάλο βαθμό εξελληνισμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η μεγαλύτερη ωστόσο εξαλλαγή του πληθυσμού της Μακεδονίας επήλθε τον 6ο μ.Χ. αιώνα με τη μαζική εισροή και μόνιμη εγκατάσταση σε αυτήν Σλάβων, τους οποίους οι βυζαντινοί αυτοκράτορες αποδέχθηκαν τελικά ως υπόσπονδους. Τον επόμενο αιώνα άρχισαν να εισβάλλουν στις βορειότερες βυζαντινές περιοχές οι Βούλγαροι, που υπέταξαν τους εκεί εγκατεστημένους πολυαριθμότερους Σλάβους και βαθμιαία εκσλαβίστηκαν. Από νωρίς οι ηγεμόνες τους προσπάθησαν να κατακτήσουν και άλλα βυζαντινά εδάφη. Και τρεις φορές το κατόρθωσαν, ενσωματώνοντας το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας στα βασίλεια του Συμεών (αρχές 10ου αι.), του Σαμουήλ (τέλη 10ου-αρχές 11ου αι.) και του Ιωάννη Ασέν (αρχές 13ου αι.). Ανεξάρτητο βασίλειο είχαν ιδρύσει στο μεταξύ και οι Σέρβοι. Στα μέσα του 14ου αιώνα ο κράλης τους Στέφανος Ντούσαν κατέλαβε και ενέταξε στην αυτοκρατορία του τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Ήδη όμως στη Βαλκανική είχαν εισβάλει οι Τούρκοι. Μετά τη νίκη τους στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1387) περιόρισαν τη Σερβία σε μικρή υποτελή ηγεμονία και έγιναν κύριοι της Μακεδονίας. Κατά τη μακρά διάρκεια της τουρκοκρατίας στον ήδη ετερογενή πληθυσμό της Μακεδονίας προστέθηκαν Τούρκοι, εξισλαμισμένοι Αλβανοί, Βλάχοι και οι διωγμένοι από την Ισπανία Σεφαραδίτες Εβραίοι. Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτής της πανσπερμίας, το ελληνικό στοιχείο ενισχύθηκε και κατέκτησε εξέχουσα θέση στην οικονομική και πνευματική ζωή της περιοχής με την εγκατάσταση στα αστικά της κέντρα Ελλήνων που επιδόθηκαν στο εμπόριο με την κεντρική Ευρώπη.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν πλέον οι Έλληνες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι είχαν κερδίσει την ανεξαρτησία τους από τη ραγδαία φθίνουσα οθωμανική αυτοκρατορία, η τουρκοκρατούμενη ακόμη Μακεδονία έγινε πεδίο ανταγωνισμού αντίστοιχων αλυτρωτικών κινημάτων, με μαχητικότερο εκείνο των βουλγάρων κομιτατζήδων, των οποίων την τρομοκρατική δράση αναχαίτισαν τελικά οι έλληνες μακεδονομάχοι. Μετά την ήττα της Τουρκίας στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο και της Βουλγαρίας στον δεύτερο, το μακεδονικό ζήτημα λύθηκε με τη συνθήκη ειρήνης του Βουκουρεστίου βάσει της οποίας απέκτησαν η Ελλάδα τη Μακεδονία του Αιγαίου (51%), η Σερβία τη Μακεδονία του Βαρδάρη (39%) και η Βουλγαρία τη Μακεδονία του Πιρίν (10%).

Μακεδονικό ζήτημα ανέκυψε και πάλι το 1991 όταν το βόρειο τμήμα της Μακεδονίας που αποτελούσε ομόσπονδη δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας έγινε ανεξάρτητο κράτος με το όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας και με ποικίλους τρόπους οι ηγέτες της επιχείρησαν να αναγάγουν την εθνογένεση του λαού της στην εποχή του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αντιμέτωπη με αυτή την παραχάραξη της ιστορίας, η Ελλάδα αντέδρασε με όσα διπλωματικά μέσα διέθετε. Έτσι το νέο κράτος έγινε δεκτό στον ΟΗΕ με τη δύσχρηστη προσωρινή ονομασία FYROM (ΠΓΔΜ) και, αργότερα, αναγκάστηκε να αλλάξει τη σημαία του και να απαλείψει από το σύνταγμά του τις αλυτρωτικές αναφορές. Μέχρι πρότινος όμως, οι διαπραγματεύσεις για την επίτευξη μιας οριστικής συμφωνίας είχαν αποβεί άκαρπες. Όχι μόνο επειδή οι εθνικιστές ηγέτες της γείτονος αρνούνταν να αποδεχθούν μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, αλλά και επειδή οι παρ’ ημίν υπερπατριώτες απέκλειαν κάθε ονομασία που θα περιλάμβανε τη λέξη Μακεδονία, ισχυριζόμενοι ότι «η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική». Στην παρούσα συγκυρία ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί λογικά παρά να υποδηλώνει είτε την εξαίρεση από την ιστορική Μακεδονία του βόρειου τμήματός της είτε τη διεκδίκησή του από την Ελλάδα. Αν πάλι η ελληνικότητα της Μακεδονίας θεωρηθεί διαχρονική, ο ισχυρισμός παραμένει ιστορικά αβάσιμος, αφού επί δέκα τουλάχιστον αιώνες όλη η Μακεδονία βρισκόταν υπό ξένη κυριαρχία και ο πληθυσμός της στην πλειονότητά του δεν ήταν ελληνικός. Αν η βασισμένη στον παραπάνω ισχυρισμό αδιάλλακτη στάση στο ονοματολογικό μπορούσε να νοηθεί ως μέσο πίεσης κατά τις διαπραγματεύσεις με τη γείτονα, σήμερα πλέον στοχεύει ευθέως στην ακύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν χρειάζεται να υπερασπιστώ αυτή τη συμφωνία, γιατί το έχουν κάμει άλλοι, αρμοδιότεροι από μένα. Θεωρώ ωστόσο χρέος μου ως Έλληνας που δεν αγαπά την πατρίδα του λιγότερο απ’ όσο ο κ. Άνθιμος και ο κ. Καμμένος να συμπληρώσω τα όσα ήδη εξέθεσα καταθέτοντας και τη δική μου άποψη για το μακεδονικό.

Καταγωγή από τους αρχαίους Μακεδόνες κανείς δεν μπορεί να διεκδικήσει στα σοβαρά. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι έπειτα από δυο χιλιάδες χρόνια κάποια γονιδιακά ίχνη τους έχουν διατηρηθεί σε σημερινούς πληθυσμούς, μεγαλύτερες πιθανότητες θα είχαν να βρεθούν στο DNA λαών της Ασίας παρά σε αυτό των κατοίκων της ΠΓΔΜ ή της ελληνικής Μακεδονίας. Ό,τι απομένει από τους Μακεδόνες για να τους δοξάζει εσαεί είναι το ζωηρό αποτύπωμα που άφησαν στην ιστορία του αρχαίου κόσμου και, ειδικότερα, η συμβολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του στη διατήρηση και την εξάπλωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, του οποίου τα λαμπρά επιτεύγματα αποτελούν εδώ και αιώνες παγκόσμια κληρονομιά. Ωστόσο εμείς οι Νεοέλληνες έχουμε αναμφισβήτητα μια προνομιακή σχέση με αυτή την κληρονομιά. Μιλάμε και γράφουμε μια γλώσσα που δεν κατάγεται απλώς από την αρχαία ελληνική, αλλά διατηρεί πάμπολλα στοιχεία της αναλλοίωτα. Επιπλέον το κράτος μας στη σημερινή γεωγραφική του έκταση περιλαμβάνει όχι όλα, αλλά τα σημαντικότερα κέντρα και τα λαμπρότερα μνημειακά κατάλοιπα της αρχαίας Ελλάδας. Ακόμη και η μισή Μακεδονία που αποκτήσαμε περιλαμβάνει όλη σχεδόν την επικράτεια του μακεδονικού βασιλείου με τις δύο πρωτεύουσές του, τις Αιγές και την Πέλλα. Δικαιολογημένα επομένως έχουμε ενσωματώσει τους αρχαίους Έλληνες, μαζί και τους Μακεδόνες, στην εθνική μας ιστορία.

Ανάλογο ιστορικό παρελθόν ασφαλώς και δεν έχουν οι βόρειοι γείτονές μας. Δύσκολα όμως θα μπορούσαμε να τους αρνηθούμε το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες, με το όνομα δηλαδή που υιοθέτησαν πριν από εκατό και πλέον χρόνια οι γεννημένοι σε μακεδονικό έδαφος πρόγονοί τους για να διαφοροποιηθούν από άλλες σλαβικές εθνότητες και όχι για να δηλώσουν απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων, όπως προσπάθησαν  να τους πείσουν ότι είναι οι δημοκόποι ηγέτες του νεότευκτου κράτους τους.  Όσον αφορά τη γλώσσα τους, συγγενή της βουλγαρικής αλλά με αποκλίσεις που την καθιστούν διακριτή, έχει προ πολλού καταγραφεί ως «μακεδονική» σε έγκυρες ξένες εγκυκλοπαίδειες και γλωσσολογικά συγγράμματα. Η άποψη πάντως ότι με τη συμφωνία των Πρεσπών τους «παραδώσαμε» ή «εκχωρήσαμε»  μακεδονική εθνότητα και  γλώσσα είναι λογικά αστήρικτη, γιατί παραδίδει κανείς ή εκχωρεί κάτι που κατέχει. Απλώς η συμφωνία τους αναγνωρίζει κεκτημένα δικαιώματα, αλλά με ρήτρες που αποκλείουν κάθε παρερμηνεία του όρου «μακεδονική». Δυστυχώς όμως η συμφωνία κινδυνεύει να ακυρωθεί, επειδή  οι εκατέρωθεν πατριδοκάπηλοι επιμένουν να υποθάλπουν την αντιπαλότητα μεταξύ δύο λαών που δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν, αλλά έχουν κάθε συμφέρον  να αναπτύξουν  σχέσεις φιλίας και συνεργασίας.

*Ο κ. Σάββας Κονταράτος είναι ομότιμος καθηγητής της ΑΣΚΤ

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ