Γιάννης Παλαιολόγος ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Λένα Τριανταφύλλη, η άγρυπνη φρουρός του Προέδρου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Υπάρχουν ποικίλες εκδοχές για το πώς κατέληξε η Λένα Τριανταφύλλη να γίνει διευθύντρια του ιδιαίτερου γραφείου του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Κάποια πράγματα είναι επιβεβαιωμένα: τις τεταμένες μέρες του Αυγούστου του 1974, η Λένα Τριανταφύλλη εργαζόταν στο κοσμηματοπωλείο του Ηλία Λαλαούνη στη «Μεγάλη Βρεταννία». 

Στο ίδιο ξενοδοχείο διέμενε ο Καραμανλής – όταν δεν κοιμόταν σε σπίτια φίλων ή σε κότερο στον Σαρωνικό, υπό τον φόβο ενός νέου πραξικοπήματος ή μιας απόπειρας κατά της ζωής του. Ο πατέρας της ήταν ο Ιωάννης Τριανταφύλλης, βουλευτής Αθηνών επί πρωθυπουργίας Παπάγου και στενός συνεργάτης του Καραμανλή, ο οποίος τον διόρισε υπουργό Εσωτερικών στην πρώτη του κυβέρνηση το 1955 (την επόμενη χρονιά έφυγε πρόωρα και αιφνιδίως από τη ζωή).

Εκείνο τον θερμό Αύγουστο του 1974, ενδεχομένως μετά παρέμβαση του Τάκη Λαμπρία, ο Καραμανλής ζήτησε να δει την κόρη του παλαιού του συνεργάτη στο δωμάτιό του στη «Μεγάλη Βρεταννία». Στη συνάντησή τους, με συνεργάτες του να μπαινοβγαίνουν και με διάχυτη την ανησυχία, ειδικά σχετικά με τις προθέσεις του στρατηγού Γκιζίκη, που είχε παραμείνει στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, της πρόσφερε τη θέση της επικεφαλής του ιδιαίτερου γραφείου του.

Η Λένα Τριανταφύλλη σάστισε. Δεν είχε πρότερη εργασιακή εμπειρία – παρότι 46 ετών, η δουλειά στο κατάστημα του Λαλαούνη ήταν ουσιαστικά η πρώτη της. Δεν ήταν καθόλου σίγουρη ότι θα μπορούσε να αντεπεξέλθει, ενώ το πολιτικό μέλλον της χώρας ήταν εξαιρετικά αβέβαιο. Συζήτησε το θέμα με τη μητέρα της και με τον γιο της, τον μετέπειτα διπλωμάτη Γιάγκο Οικονομίδη, ο οποίος την παρότρυνε ενθέρμως να αποδεχθεί. Τελικά πείστηκε, και ανέλαβε καθήκοντα τον Σεπτέμβριο του 1974, στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή. Για τα επόμενα 24 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του, θα παρέμενε αχώριστη από τον Καραμανλή.

Παρά την ενασχόληση του πατέρα της με την πολιτική, η ίδια δεν ήταν πολιτικοποιημένο άτομο. Γεννημένη στην Αθήνα το 1928, πήγε σχολείο στη Σχολή Αηδονοπούλου και, μετά την Κατοχή, μετέβη στο Λονδίνο για επαγγελματική εκπαίδευση στον τομέα της γραμματειακής υποστήριξης, στο St Godric’s Secretarial College. Αφού αποφοίτησε, το 1949, παντρεύτηκε στην Αθήνα τον γιατρό Εμμανουήλ Οικονομίδη, μετέπειτα εκ των συνιδρυτών του νοσοκομείου «Υγεία» (κουμπάρος ήταν ο Κώστας Σαμαράς, πατέρας του Αντώνη). Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, θα έπαιρναν διαζύγιο.

Η Τριανταφύλλη ήταν ιδιαίτερα δραστήρια κοινωνικά. Ηξερε τους πάντες στην αθηναϊκή κοινωνία, και καλλιέργησε την έμφυτη ικανότητά της να διακρίνει μεταξύ των έντιμων και των πονηρών, των ευπρεπών και των κοινωνικά ανελισσόμενων, των ανθρώπων με αρχές και εκείνων που, για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, δεν γνώριζαν ηθικούς φραγμούς. Ηταν μία αρετή που θα αποδεικνυόταν ανεκτίμητη για τον Καραμανλή.

Αναλαμβάνοντας τη θέση στο πλευρό του την ταραγμένη εκείνη περίοδο, βούτηξε κατευθείαν στα βαθιά. Η αυστηρότητά του μεταφράστηκε σε ένα μόνιμο άγχος δικό της να τηρεί κατά γράμμα τις επιθυμίες του (χωρίς άγχος, θεωρούσε, δεν μπορούσε να επιτευχθεί τίποτα). Πολύ γρήγορα, η κοινωνική της ευφυΐα, η αστική ευγένεια σε συνδυασμό με κρυστάλλινη ευθύτητα, και η εμμονή στη λεπτομέρεια κέρδισαν την εμπιστοσύνη του. Οταν μιλούσε, οι συνομιλητές της ήξεραν ότι μιλάει ο Καραμανλής. Ηταν η μόνη που μπορούσε να τον διακόψει – ήξερε πότε έπρεπε να το κάνει, και εκείνος ήξερε ότι το έκανε μόνο όταν υπήρχε σοβαρός λόγος.

Στα τέλη του 1974, κατόπιν υπόδειξης του πρωθυπουργού, αναζήτησε βοηθό, καθώς οι υποχρεώσεις του ιδιαίτερου γραφείου γιγαντώνονταν. Μετά μία περίπλοκη διαδικασία, κατά την οποία απορρίφθηκαν για διάφορους λόγους πολλές κόρες πολιτικών φίλων του Καραμανλή, προσελήφθη τελικά η νεαρή Πέγκυ Βεζανή. Μαζί, οι δύο γυναίκες φρόντιζαν να τηρείται το πρόγραμμά του, έμεναν μαζί του ώς τα μεσάνυχτα και πέρα όταν έπρεπε να δουλέψει αργά, και κρατούσαν μακριά τους ανεπιθύμητους επισκέπτες. Ο Καραμανλής ήταν αδιάλλακτος στο θέμα αυτό. «Δεν θα είναι κανείς εδώ που να μην έχει δουλειά», τις είχε προειδοποιήσει. Βγαίνοντας από το γραφείο του, αν έβλεπε κάποιον, τον ρωτούσε βλοσυρά: «Τι θες εσύ εδώ;». Η Λένα Τριανταφύλλη απέτρεπε συναπαντήματα που έπρεπε να αποφευχθούν, ενημερώνοντας όσους είχαν εμφανιστεί απρόσκλητοι ότι «ο Πρόεδρος δεν θέλει να είστε εδώ· αν σας θέλει, θα σας ειδοποιήσει».

Με το πέρασμα του χρόνου, κατέληξε να τον συνοδεύει σχεδόν παντού – σε μακρινά επίσημα ταξίδια (Ινδία, Κίνα), αλλά και στις διακοπές του κάθε Πάσχα στην Κέρκυρα ή στη Ρόδο (τα δύο νησιά με γήπεδα γκολφ). Η αφοσίωσή της ήταν απόλυτη – δεν δεχόταν ότι μπορεί ο Καραμανλής να έχει άδικο σε κάτι. Μετά την ψυχρολουσία του αδειάσματος από τον Ανδρέα Παπανδρέου και της αντικατάστασής του στην προεδρία από τον Χρήστο Σαρτζετάκη το 1985, ήταν η μόνη που κράτησε ως μόνιμη υπάλληλο (μία προβλεπόταν). Ηταν τα δύσκολα χρόνια της Πολιτείας, με τον Καραμανλή συχνά κακόκεφο και αποσυντονισμένο μακριά από την εξουσία και εκείνη να εισπράττει μόνη της τον εκνευρισμό του. Το 1990, όταν επανήλθε στο προεδρικό μέγαρο για τη δεύτερη θητεία του, ήταν και πάλι στο πλευρό του.

Εχεμύθεια και αγωνία

Μετά τον θάνατο του Καραμανλή το 1998, η Λένα Τριανταφύλλη μετατράπηκε σε τοτέμ του καραμανλισμού. Παρότι είχε ζήσει εκ των έσω κορυφαίες στιγμές της Μεταπολίτευσης και γνώριζε όσο κανένας τον πιο σημαντικό πολιτικό της περιόδου, διατήρησε την εχεμύθειά της ώς το τέλος – και δεν κεφαλαιοποίησε με κανέναν τρόπο την εγγύτητά της στον «Πρόεδρο», όπως πάντα τον αποκαλούσε. Σε ιδιωτικές συζητήσεις, ήταν ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στους πολιτικούς του απογόνους στους οποίους εντόπιζε, όχι ιδεολογικές αποκλίσεις, αλλά έλλειμμα πολιτικού ήθους.

Τα τελευταία χρόνια, με τη χώρα να βυθίζεται στον διχασμό και το μεγαλύτερο ίσως επίτευγμα του Καραμανλή, η ένταξη στην ενωμένη Ευρώπη, να κινδυνεύει να χαθεί, εξέφραζε συχνά την αγωνία της για την Ελλάδα και την απαισιοδοξία της για τις εξελίξεις. Είχε δίκιο να ανησυχεί. Ηταν μία γυναίκα που, όπως σχολίασε παλαιός συνεργάτης και στενός της φίλος, ήταν «αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός κόσμου αρχών και προσήλωσης στο καθήκον, ο οποίος σιγά σιγά εξαφανίζεται». Η εξαφάνιση αυτού του κόσμου ήταν βασικό συστατικό της κρίσης που ζούμε – η οποία απέχει πολύ από το τέλος της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ