Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Τα πάνω κάτω και τα μέσα έξω

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η «επέλαση» μελών του «Ρουβίκωνα» στην πρεσβεία του Ιράν επιβεβαίωσε ότι εδώ και καιρό το ελληνικό κράτος έχει απεμπολήσει το προνομιακό μονοπώλιό του στην άσκηση νόμιμης βίας. Οταν ο ένοπλος αστυνομικός φρουρός αναγκάζεται να σταθεί άπραγος, καθώς οι κουκουλοφόροι τού υποδεικνύουν να εγκαταλείψει το φυλάκιο του ώστε να προχωρήσουν ανενόχλητοι στους βανδαλισμούς, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς αστυνομικό αλλά πολιτικό. Η συστηματική παραβίαση των ορίων είναι τόσο διαδεδομένη πλέον, που τίθενται σε αμφισβήτηση θεμελιακές αρχές της κοινωνίας και του πολιτεύματος.

Οσο και εάν αυτά τα «ρευστά» όρια βρίσκονται στις παρυφές της καθημερινότητας –στο έγκλημα και στη διαχείρισή του από το κράτος– η χαλαρότητα στην εφαρμογή του νόμου, η προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένων ομάδων και η ιδεολογία που εκφράζεται μέσα από αυτή την κατάσταση οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τίποτα δεν είναι απόλυτο, τίποτα δεν απαγορεύεται. Ολα είναι όπως τα θέλουν αυτοί που μπορούν να επιβάλουν ανεμπόδιστα τη θέλησή τους στους άλλους. Οταν ο πρόεδρος της Βουλής διατάζει αστυνομικούς να προσφέρουν υπηρεσίες σοφέρ σε παραβάτες, αντί να τους οδηγούν στο τμήμα, είναι φανερό ότι ο κόσμος μας έχει γυρίσει ανάποδα.

Οταν αμετανόητος κατάδικος δολοφόνος χασκογελά θριαμβευτικά καθώς απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση, υπονομεύεται η αρχή ότι η προστασία της ζωής είναι θεμέλιο του πολιτισμού. Οταν ατάλαντοι και απαίδευτοι διορίζονται σε σημαντικές θέσεις λόγω μόνο της οικογενειακής ή πολιτικής συγγένειάς τους με κυβερνητικούς παράγοντες, αναπαράγοντας έτσι τη φαυλότητα που εμποδίζει την πρόοδο, σε τι να ελπίζουν οι νέοι που δεν απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια, παρά τις ικανότητες και τα πτυχία τους; Οταν υπουργοί και άλλοι κυβερνητικοί παράγοντες συμπεριφέρονται ως νταήδες, συνεχώς εκτός ορίων, σε τι διαφέρει η πολιτική από τον χουλιγκανισμό, από την τακτική να θέλουμε μόνο να «σβήσουμε» τη φωνή του άλλου; Οταν βλέπουμε την απάθεια με την οποία πολλοί αντιμετωπίζουν αυτά τα φαινόμενα, μπορούμε να ελπίζουμε ότι η Ελλάδα θα αντέξει τις προκλήσεις της εποχής και θα σταθεί στα πόδια της;

Οι πληγές που μαστίζουν την κοινωνία δεν είναι καινούργιες. Η διαστρέβλωση άρχισε πολύ νωρίς, με την υποταγή του κράτους σε κόμματα που –με τη σειρά τους– δεν ήταν πάρα οχήματα για τις φιλοδοξίες και για την αυθαιρεσία των ηγετών τους. Ο διχασμός και οι κρίσεις (με πολέμους και χρεοκοπίες) οδήγησαν σε μια νοοτροπία όπου με περισσή ευκολία ανάγουμε κάθε δυσκολία σε ζήτημα ζωής και θανάτου και μάθαμε να μιλάμε συνεχώς με εσχατολογικούς όρους, επιδιώκοντας διαρκώς την κατατρόπωση των αντιπάλων μας – «Τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν», τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα. Και εδώ είναι ο πυρήνας της ατελείωτης κακοδαιμονίας της χώρας. Οι «νέοι» και υποτίθεται «άφθαρτοι» του ΣΥΡΙΖΑ δεν εισήγαγαν το νέο και προοδευτικό που είχε ανάγκη η κοινωνία, αλλά συμπεριφέρονται σαν μόνο μέλημά τους να είναι η αναπαραγωγή όλων των κακών πρακτικών του παρελθόντος. Η μεγάλη διαφορά, όμως, είναι ότι, καθώς οι άνθρωποί του απολαμβάνουν τα προνόμια της εξουσίας, ο μεγάλος φόβος του ΣΥΡΙΖΑ είναι να μη φανεί ότι προδίδει τις ακτιβιστικές καταβολές του, ότι δεν εγκαταλείπει το πεδίο της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» σε άλλους. Οντας στην εξουσία, λοιπόν, μπορεί να χρησιμοποιεί κάποιες κρατικές δομές (όπως τα δημόσια μέσα ενημέρωσης) για να περάσει αυτό το μήνυμα· την ίδια ώρα, άλλοι θεσμοί ελέγχονται ώστε η αδράνειά τους να ευνοεί συγκεκριμένες ομάδες.

Με την προσπάθειά τους να μην κατηγορηθούν από παλιούς συντρόφους για «ξεπούλημα», οι κυβερνώντες αυθαιρετούν και αυτοσχεδιάζουν, εις βάρος της αξιοπιστίας του κράτους. Σήμερα είναι προφανές ότι αυτή η ανοχή μεταλλάσσεται από συμβολική σε άκρως επικίνδυνη: για τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, που έχει ενθαρρύνει κάτι που δεν μπορεί να ελέγξει και που θα το βρει μπροστά του· για τις διπλωματικές σχέσεις της χώρας, επειδή, και όταν οι ακτιβιστές μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαμαρτυρία τους (στη περίπτωση του Ιράν, αφορούσε τις εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος), δεν επιτρέπεται στο κράτος να ανέχεται την παρανομία τους· για την κοινωνία, επειδή η κουλτούρα της ανομίας επεκτείνεται συνεχώς, από την οδική συμπεριφορά έως τη γενικευμένη χρήση βίας. Οταν φαίνεται ότι το κράτος δεν εξασφαλίζει τα στοιχειώδη μιας σύγχρονης κοινωνίας, φυσικό είναι να ενθαρρύνονται αυτοί που θέλουν να αποσπάσουν κέρδη και προνόμια εις βάρος των πολλών.

Η περαιτέρω υπονόμευση του κράτους δικαίου κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος, τους αφήνει έκθετους σε κινδύνους, ενθαρρύνει την αυτοδικία, τον κυνισμό και την απελπισία. Οταν οι συνθήκες οδηγήσουν στο να εδραιωθεί αυτή η αίσθηση, οι πολίτες θα αντιδράσουν, θα είναι επιρρεπείς στο να επιλέξουν ηγέτες που υπόσχονται σκληρά μέτρα για την επιβολή της τάξης. Μετά τη χαλάρωση και την αυθαιρεσία, η «επαναφορά» σε κάποια τάξη θα απαιτήσει σύγκρουση με ανθρώπους που για χρόνια γνώριζαν ότι οι πράξεις τους δεν έχουν κόστος. Και οι συνέπειες θα είναι δυσβάστακτες, και για τους εμπλεκομένους και για όλη την κοινωνία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ