ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​τα τρία προηγούμενα «σημειώματα προς συζήτηση»,  εξετάσαμε τις δημογραφικές προβολές της ΕΛΣΤΑΤ για το μέγεθος που θα έχει μελλοντικά ο πληθυσμός της Ελλάδας, ο πληθυσμός που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας (15-64 ετών) και την πορεία της απασχόλησης και της ανεργίας. Υποστήριξα πως η μακροοικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος του πληθυσμού και πως αν αρχίσει να μειώνεται αυτός, τότε θα περιοριστεί και το μέγεθος της οικονομίας. Δεδομένου πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολίες με το πρόβλημα του δημοσίου χρέους, η ύπαρξη δυνητικά μικρότερης οικονομίας στο μέλλον είναι σημαντικός παράγοντας όταν σχεδιάζει κανείς τη μελλοντική της διαχείριση και ειδικότερα την επίλυση του προβλήματος του χρέους. Τα πρώτα τρία «σημειώματα» ήταν επικεντρωμένα στο θέμα του πόσο ενδέχεται να αυξηθεί ή να μειωθεί ο αριθμός των απασχολουμένων στην ελληνική οικονομία. Μια δεύτερη μεταβλητή που καθορίζει το δυνητικό μέγεθος της οικονομίας, αλλιώς δυνητική παραγωγή, είναι πόσο παραγωγικοί θα είναι οι εργαζόμενοι στο μέλλον. Το τελευταίο ερώτημα θα μας απασχολήσει στο παρόν «σημείωμα» καθώς θα αναλύουμε την παραγωγικότητα της εργασίας.

Οι οικονομολόγοι λένε πως «η παραγωγικότητα είναι βραχυπρόθεσμα μια μεταβλητή και μακροπρόθεσμα τα πάντα». Αυτό που εννοούν είναι πως το κατά κεφαλήν επίπεδο διαβίωσης σε μια οικονομία μπορεί να αυξηθεί χάρη στην αύξηση της παραγωγικότητας – δηλαδή, πόσο αποδοτικά καταφέρνει μια οικονομία να αυξήσει την παραγωγή ανά απασχολούμενο. Εχοντας επισκεφθεί πολλές χώρες ανά τα χρόνια και έχοντας μελετήσει την οικονομία τους, έχω αναπτύξει έναν πρακτικό κανόνα, ή έναν τύπο υπόθεσης, ώστε να αρχίσω να αναλύω την παραγωγικότητα: μακροπρόθεσμα ο μέσος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας είναι 1,5% τον χρόνο και ο μέσος ρυθμός αύξησης του συγγενούς μεγέθους που ονομάζεται δείκτης της ολικής παραγωγικότητας τείνει να είναι 1% τον χρόνο.

Ο ρυθμός της παραγωγικότητας διαφέρει από χώρα σε χώρα και από έτος σε έτος. Ωστόσο χώρες που καταφέρνουν να εμφανίζουν τέτοιον μακροπρόθεσμο μέσο όρο σημαίνει ότι τα έχουν πάει καλά, στο πλαίσιο του συνηθισμένου κύκλου με πάνω και κάτω. Στα προηγούμενα «σημειώματα» «υποθέσαμε» πως και η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει μακροπρόθεσμα μέσο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητα της εργασίας κατά 1,5% τον χρόνο. Τώρα έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, ώστε να διαπιστώσουμε αν επιβεβαιώνεται αυτός ο πρακτικός κανόνας και στην περίπτωση της Ελλάδας.

Βοηθάει πολύ το γεγονός πως η ΕΛΣΤΑΤ δημοσιεύει χρονοσειρά τριμηνιαίων στοιχείων για το πραγματικό ΑΕΠ και την απασχόληση (τον αριθμό των απασχολουμένων). Διαιρώντας το επίπεδο της παραγωγικότητας με τον αριθμό των ατόμων*** που εργάστηκαν για να παραγάγουν το αποτέλεσμα αποκτούμε έναν δείκτη για την παραγωγή ανά εργαζόμενο – τον οποίον θα ονομάσουμε παραγωγικότητα της εργασίας. Ο ρυθμός αύξησης αυτής της μεταβλητής είναι ο αριθμός που μας ενδιαφέρει – αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Στο γράφημα 1 αποτυπώνονται τα αποτελέσματα αυτού του υπολογισμού. Επιτρέψτε μου να κάνω ορισμένες παρατηρήσεις:

• Η συνεχής γραμμή με τις μεγάλες διακυμάνσεις δείχνει τον τριμηνιαίο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας (σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου έτους). Δεδομένου πως είναι υψηλός ο ρυθμός μεταβολής, χρησιμοποίησα μια στατιστική τεχνική ώστε να προκύψει μια υποβόσκουσα γραμμή τάσης – πρόκειται για την έντονη και με μικρότερες διακυμάνσεις μαύρη γραμμή. Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε πως η παραγωγικότητα της εργασίας δεν είναι σταθερή, ωστόσο εμάς μας ενδιαφέρει κυρίως ο μακροπρόθεσμος μέσος όρος.

• Η οριζόντια πάνω διακεκομμένη γραμμή αποτυπώνει μέσο ρυθμό αύξησης παραγωγικότητας 1,5% τον χρόνο την περίοδο 2001-2009. Η οριζόντια κάτω διακεκομμένη συνεχής γραμμή αποτυπώνει μέσο ρυθμό αύξησης παραγωγικότητας –0,6% τον χρόνο την περίοδο 2010– το δεύτερο τρίμηνο 2018. Και η οριζόντια διακεκομμένη γραμμή στο ενδιάμεσο αποτυπώνει μέσο ρυθμό αύξησης παραγωγικότητας 0,4% τον χρόνο για ολόκληρη την περίοδο 2001 – δεύτερο τρίμηνο 2018.

• Ετσι, στην περίοδο των 18 ετών η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν κατά μέσον όρο μόνο 0,4% τον χρόνο, δηλαδή πολύ χαμηλότερη από τον ρυθμό 1,5% που είχαμε υποθέσει στα δύο πρώτα «σημειώματα». Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί πως σε αυτό το διάστημα υπήρξαν μια τρομερή ύφεση και σημαντική φυγή στο εξωτερικό ατόμων με υψηλή παραγωγικότητα, οπότε αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί μια συνηθισμένη περίοδος για την ελληνική οικονομία. Είναι ενδιαφέρον πως πράγματι στα καλά χρόνια στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και μέχρι την ύφεση που άρχισε το 2009, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας ήταν κατά μέσον όρο ακριβώς 1,5% τον χρόνο. Οπότε επί περίπου μία δεκαετία, η Ελλάδα είχε κατά μέσον όρο την παραγωγικότητα που θα ήθελε να έχει κανείς μακροπρόθεσμα (στην περίπτωση αυτή μακροπρόθεσμα εννοούμε 1,2 ή ακόμη και 3 δεκαετίες).

• Η μαύρη γραμμή τάσης που αποτυπώνει τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας είναι επίσης ενδιαφέρουσα: υποχωρεί δύο φορές. Η κατάσταση άρχισε να επιδεινώνεται μετά το 2007, περίοδος που συμπίπτει με την αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης στις ΗΠΑ τον Ιούλιο του 2007. Η πτώση της παραγωγικότητας έφθασε στο αποκορύφωμα στην αρχή του πρώτου οικονομικού προγράμματος το 2010 και τη λήψη μέτρων ώστε να αρχίσει να βελτιώνεται η απόδοση της οικονομίας (αν και για τους Ελληνες η αίσθηση ήταν τρομερή, καθώς μόνο τότε άρχιζαν να συνειδητοποιούν πλήρως τις προκλήσεις που αντιμετώπιζε η χώρα). Μετά, γύρω στο 2012-2014, η κατάσταση της παραγωγικότητας άρχισε να βελτιώνεται καθώς αυτή γινόταν και πάλι θετική. Αλλά αυτή η τάση εγκαταλείφθηκε και πάλι γύρω στο 2015 και το 2016. Η περίοδος συμπίπτει με μια «νέα προσέγγιση» στις διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους, κατηγορηματική αλλαγή πολιτικής, και εκ νέου κατάρρευση της εμπιστοσύνης και στην ανάγκη να επιβληθούν περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων ώστε να ανακοπεί η φυγή τους – με αποτέλεσμα τη δεύτερη περίοδο υποχώρησης της παραγωγικότητας. Τα τελευταία χρόνια επανέρχεται η εμπιστοσύνη προς την ελληνική οικονομία και η γραμμή τάσης της παραγωγικότητας απέχει ελάχιστα από το να περάσει σε θετικό ρυθμό. Πρόκειται για ελπιδοφόρα εξέλιξη, ωστόσο θα απαιτηθεί πολύ προσπάθεια και χρόνος ώστε να επανέλθει με ασφάλεια η γραμμή τάσης της παραγωγικότητας στην περιοχή του 1,5% τον χρόνο.

Συμπέρασμα: Στο γράφημα 1 υπάρχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Ατυχώς, η Ελλάδα απέχει μάλλον πολύ, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, από τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας κατά 1,5% τον χρόνο που είχαμε υποθέσει στα προηγούμενα «σημειώματα». Ωστόσο, διακρίνεται σταδιακή βελτίωση της κατάστασης. Αργότερα θα εξετάσουμε έναν τρίτο υπολογισμό της «δυνητικής ανάπτυξης» με βάση τα ευρήματα που μόλις περιγράψαμε.

Στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ υπάρχουν και άλλες ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Μπορούμε να εξετάσουμε, παράλληλα, τη δυναμική του πραγματικού ρυθμού αύξησης της παραγωγής και τον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης. Υπενθυμίζεται πως παραγωγικότητα είναι το ποσοστό που προκύπτει αν διαιρέσουμε το ποσοστό μεταβολής της παραγωγής (ΑΕΠ) με τον αριθμό των απασχολουμένων, οπότε μας ενδιαφέρουν και ο αριθμητής και ο παρονομαστής. Το γράφημα 2 μας επιτρέπει να ρίξουμε μια πιο κοντινή ματιά.

Σε αυτό το γράφημα, δείχνω μόνο τον ρυθμό μεταβολής της παραγωγής (ΑΕΠ) χωρίς τις έντονες διακυμάνσεις από τρίμηνο σε τρίμηνο που συγχέουν την εικόνα. Παρατηρούμε πως το υψηλό ποσοστό παραγωγικότητας στη δεκαετία του 2000 ήταν απόρροια κυρίως του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας γύρω από το 4% – αυτά ήταν τα καλά χρόνια. Εκείνη την περίοδο η απασχόληση αυξανόταν με ρυθμό μεταξύ 1% και 2% τον χρόνο. Στη συνέχεια άρχισε να υποχωρεί ο ρυθμός ανάπτυξης, ενώ η αγορά εργασίας δεν είχε ακόμη αντιδράσει στον ερχομό των πιο δύσκολων καιρών.

Οι οικονομολόγοι λένε πως «η απασχόληση είναι μεταβλητή που εμφανίζει χρονική καθυστέρηση», δηλαδή ανταποκρίνεται στον οικονομικό κύκλο με καθυστέρηση – κάτι που είναι έντονο την περίοδο 2008-2014. Η αιτία είναι πως τα στελέχη των επιχειρήσεων χρειάζονται χρόνο μέχρι να καταλάβουν προς τα πού πηγαίνει η οικονομία και επειδή η πρόσληψη και η απόλυση προσωπικού είναι δαπανηρές, δεν αντιδρούν γρήγορα όταν έχουν μόνο βασικά στοιχεία. Μόνο όταν αντιληφθεί η επιχειρηματική κοινότητα πως υπάρχει πραγματική υποχώρηση της παραγωγής και πως θα πρέπει να περάσει αρκετός χρόνος μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή, αρχίζει να προσαρμόζει τον αριθμό των εργαζομένων.

Συνήθως το ίδιο συμβαίνει και όταν αυξάνεται η παραγωγή – στην αρχή η παραγωγικότητα αυξάνεται ταχύτερα από τον μέσο όρο επειδή η παραγωγή ανακάμπτει, αλλά οι επιχειρήσεις προτιμούν να περιμένουν να δουν την εξέλιξή της προτού προσλάβουν προσωπικό. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερη παραγωγικότητα και υψηλότερα κέρδη για τις εταιρείες. Αν υπάρχει εμπιστοσύνη στην οικονομία και οι επιχειρήσεις επενδύσουν αυτά τα κέρδη ώστε να είναι σε θέση να καλύψουν μελλοντική υψηλότερη ζήτηση, τότε αυξάνεται με καθυστέρηση η ζήτηση για εργασία. Συνεπώς, το σύνηθες είναι η απασχόληση να ανταποκρίνεται με καθυστέρηση στην άνοδο και στην πτώση της οικονομίας. Η εξέλιξη της απασχόλησης στην Ελλάδα όπως αποτυπώνεται στο γράφημα 2 καθιστά τόσο ενδιαφέρουσα τη φάση μετά το 2015: η αγορά εργασίας φαίνεται πως προηγείται (έστω προσωρινά) και δεν ακολουθεί την ανάκαμψη της παραγωγής (ΑΕΠ). Πώς εξηγείται το φαινόμενο και μπορεί άραγε να συνεχιστεί;

Το πιθανότερο είναι ότι σε αυτή την εξέλιξη συνέβαλε το γεγονός πως όταν ήρθε στην εξουσία ο Σύριζα, ήθελε να (επανα)προσλάβει περισσότερους ανθρώπους. Μπορεί αυτό να αποτελεί εκπλήρωση προεκλογικών υποσχέσεων, αλλά για την οικονομία αποτελεί σημαντικό κίνδυνο, διότι αν ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής δεν γίνει ίδιος και δεν υπερβεί τον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης ή αν οι προσλήψεις γίνουν κυρίως σε τομείς με χαμηλότερη παραγωγικότητα, τότε θα περιοριστεί η κερδοφορία της οικονομίας, οι επενδύσεις δεν θα συνεχιστούν ή ακόμη και θα υποχωρήσουν και μπορεί να υπάρξει και τρίτη υποχώρηση της παραγωγικότητας. Μπορούμε να διακρίνουμε πως προς τα τέλη του 2017 και στις αρχές του 2018 σταθεροποιείται ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης, ενώ πλησιάζει στο ίδιο επίπεδο ο ρυθμός αύξησης της παραγωγής. Πρόκειται για θετική εξέλιξη και οι πολύ ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη υπομονή των πιστωτών και τη σταδιακή επιστροφή της εμπιστοσύνης ότι θα βρεθούν λύσεις για την Ελλάδα, ενδέχεται να έχουν συνεισφέρει σε αυτή την εξέλιξη.

Οπότε, υπάρχουν αποδείξεις στα στοιχεία που να δείχνουν ότι επιταχύνθηκαν οι προσλήψεις στον δημόσιο τομέα; Και σε αυτή την περίπτωση μπορούμε να ωφεληθούμε από τη σειρά στοιχείων για την απασχόληση που δημοσιεύει η ΕΛΣΤΑΤ εδώ και πολλά χρόνια. Στο γράφημα 3 αποτυπώνεται το αποτέλεσμα της ανάλυσης αυτών των στοιχείων.

Στο γράφημα 3 έχω πάρει τα στοιχεία για τη συνολική απασχόληση και τα έχω διαχωρίσει σε απασχόληση στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.**** Στη συνέχεια κατασκεύασα έναν δείκτη με βάση το πρώτο τρίμηνο του 2001 (2001=100), ώστε να μπορέσουμε να εξετάσουμε την εξέλιξη της απασχόλησης στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Επιτρέψτε μου πάλι ορισμένες παρατηρήσεις:

• Η απασχόληση στον δημόσιο τομέα αυξήθηκε πάρα πολύ το 2004 και πρέπει να σχετίζεται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αυτή η αύξηση δεν αντιστράφηκε μετά τους Ολυμπιακούς και μάλιστα ακολούθησε και άλλη μεγάλη αύξηση το 2006 (πιθανώς σχετίζεται με τις τοπικές εκλογές). Η απασχόληση στον δημόσιο τομέα ήταν, το δεύτερο τρίμηνο του 2010, περίπου 23% υψηλότερη απ’ ό,τι ήταν στην αρχή του 2001. Τότε άρχισε το πρώτο οικονομικό πρόγραμμα και έγινε αντιληπτή η ανάγκη για περιορισμό δαπανών. Η πτώση της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα έληξε το τρίτο τρίμηνο του 2013. Το 2014 παρέμεινε σταθερή. Ομως η απασχόληση στον δημόσιο τομέα άρχισε να αυξάνεται πάλι το 2015 και μάλιστα με αυξημένο ρυθμό, όπως φαίνεται από την τάση των προσλήψεων και την άνοδο της καμπύλης. Στις αρχές του 2018 η απασχόληση στον δημόσιο τομέα ήταν και πάλι περίπου 15% υψηλότερη απ’ ό,τι ήταν στις αρχές του 2001. Γεγονός αξιοσημείωτο, δεδομένου πως, εξαιτίας της βαθιάς ύφεσης, το πραγματικό ΑΕΠ είναι χαμηλότερο απ’ ό,τι ήταν το 2001.

• Στο γράφημα 3 φαίνεται επίσης ότι οι προσλήψεις στον ιδιωτικό τομέα ήταν πολύ πιο σταδιακές τη δεκαετία του 2000, αλλά πως η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα μειώθηκε πολύ περισσότερο συγκριτικά με τον δημόσιο τομέα και συνεχίστηκε να μειώνεται μέχρι και το 2014. Η ανάκαμψη της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα ήταν πολύ πιο αργή απ’ ό,τι στον δημόσιο τομέα, όπως φαίνεται και από το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των δύο γραμμών.

• Αφού ο δημόσιος τομέας εξέρχεται από την κρίση μεγαλύτερος σε μέγεθος σε σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα, είναι προφανές πως εργατικό δυναμικό μετακινήθηκε από τον ιδιωτικό στον δημόσιο τομέα. Πρόκειται για παράδοξη εξέλιξη σε μια οικονομία που έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, ώστε να αυξήσει την παραγωγικότητα και την παραγωγή της. Ο δημόσιος τομέας είναι το διοικητικό και κανονιστικό τμήμα της οικονομίας και ο ιδιωτικός τομέας είναι το παραγωγικό τμήμα της, οπότε η μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό στον δημόσιο τομέα αποτελεί περίεργη πολιτική επιλογή για να πετύχει κανείς την ανάκαμψη της οικονομίας, Φαίνεται πως η κυβέρνηση θέλησε να «σπρώξει» την ανάκαμψη μέσω της ενίσχυσης των προσλήψεων, όμως θα λειτουργήσει μόνο αν καλύψει το χάσμα ο ιδιωτικός τομέας. Πρόκειται περί ριψοκίνδυνης στρατηγικής, η έκβαση της οποίας θα εξαρτηθεί εν μέρει από το πόσο θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν ευνοϊκές εξωτερικές συνθήκες που θα ενισχύουν την Ελλάδα. Σε διαφορετική περίπτωση, η συγκεκριμένη στρατηγική θα μπορούσε να αποδειχτεί σύντομα προβληματική. Θα μπορούσε να εξηγηθεί γιατί υπάρχει τέτοια πίεση στην Ελλάδα να αυξήσει τη φορολογία του ιδιωτικού τομέα – ώστε να πληρωθούν οι νέες προσλήψεις που έχουν γίνει στον δημόσιο τομέα, να αυξηθεί το πρωτογενές πλεόνασμα και διάφορες δαπανηρές πρωτοβουλίες.

• Σύμφωνα με τη συμβατική οικονομική θεωρίαν έπρεπε να συνεχιστεί η πολιτική συγκράτησης μισθών και προσλήψεων, αν όχι και η πολιτική μείωσης των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα, μέχρι η οικονομία να ξεπεράσει σαφώς την κρίση. Τα μελλοντικά δεδομένα για την τάση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας θα δείξουν.

Ορισμένες σκέψεις εν κατακλείδι

• Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας ήταν, κατά μέσον όρο, μόλις 0,4% τον χρόνο τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σήμερα βελτιώνεται ξανά σταδιακά. Η οικονομία έχει ανάγκη από πιο αποτελεσματικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να αυξηθούν η αποδοτικότητα και η παραγωγικότητα. H συμπλήρωση αυτής της ανάλυσης με στοιχεία για την παραγωγικότητα της εργασίας ανά ώρα εργασίας – σε σύγκριση με την παραγωγικότητα της εργασίας ανά εργαζόμενο– ενδέχεται να αποκαλύψει νέα στοιχεία για το πού οδεύει η ελληνική οικονομία.

• Η δυνητική ανάπτυξη θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο αν δεν αποκατασταθεί υψηλότερος ρυθμός παραγωγικότητας.

• Η επιτάχυνση των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα, ώστε να δοθεί «ώθηση» στην οικονομία, φαντάζει ως πολύ ριψοκίνδυνη στρατηγική. Μια ασφαλέστερη στρατηγική, η οποία όμως αρχικά δεν θα απέδιδε τόσο, θα ήταν η δημιουργία ενός μικρότερο δημόσιου τομέα και και η μεταφορά πόρων στον ιδιωτικό τομέα.

• Ο δημόσιος τομέας είναι σήμερα συγκριτικά μεγαλύτερος απ’ ό,τι ήταν το 2001 και το αντίστροφο ισχύει για τον ιδιωτικό τομέα. Συνεπώς, η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα πλήρωσε μεγαλύτερο τίμημα στη διάρκεια της ύφεσης από την απασχόληση στον δημόσιο τομέα.

• Φαίνεται πως η συγκράτηση μισθών και προσλήψεων αλλά και η ενίσχυση της παραγωγικότητας στον δημόσιο τομέα είναι αναγκαίες ώστε να ελεγχθούν οι δαπάνες (περιορίζοντας την ανάγκη για επιβολή φόρων) και να βελτιωθούν η παραγωγικότητα και η βασική ανταγωνιστικότητα στην ελληνική οικονομία.

• Στο επόμενο πέμπτο «σημείωμα προς συζήτηση», θα εξετάσουμε ένα τρίτο μέτρο γα τη δυνητική ανάπτυξη, με βάση τα ευρήματα περί παραγωγικότητας που παρουσιάσαμε παραπάνω (και όχι χρησιμοποιώντας την υπόθεση περί σταθερού ρυθμού 1,5% τον χρόνο). Στη συνέχεια μπορούμε να συγκρίνουμε τον δείκτη δυνητικής ανάπτυξης με την πραγματική ανάπτυξη (ΑΕΠ) ώστε να διαπιστώσουμε ποιο είναι το κενό παραγωγής, δηλαδή πόσο απέχει η οικονομία από το επίπεδο όπου θα μπορούσε να βρεθεί και πώς θα μπορούσε να καλυφθεί αυτό το κενό μελλοντικά. Με τη σειρά του το κενό παραγωγής είναι σημαντικό ώστε να προσαρμοστούν οι προσδοκίες για το μέλλον, αλλά και για το πώς πρέπει να οριστεί η δημοσιονομική πολιτική ώστε να υπάρξει καλή μακροοικονομική απόδοση.

*  Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.

** Είμαι ευγνώμων προς τον Γιώργο Γατόπουλο για τα σχόλια που έκανε. Ολα τα πιθανά λάθη που εξακολουθούν να υπάρχουν βαρύνουν εμένα.

*** Για ακριβέστερο υπολογισμό της παραγωγικότητας της εργασίας διαιρούμε με τον αριθμό των εργατοωρών αντί με τον αριθμό των απασχολουμένων, διότι η εκ περιτροπής εργασία ενδέχεται να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Αυτή η έρευνα θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα για ένα επόμενο «σημείωμα».

**** Για τον υπολογισμό της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα προσέθεσα την απασχόληση στην κεντρική διοίκηση, στην εκπαίδευση, σε δήμους και περιφέρειες και σε άλλες κοινωνικές υπηρεσίες. Η απασχόληση σε όλους τους άλλους τομείς καταγράφεται ως ιδιωτικός τομέας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ