Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Νοσταλγία για βαρβαρότητα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η νοσταλγία για βαρβαρότητα είναι η τελευταία λέξη κάθε πολιτισμού, έλεγε ο ρουμανικής καταγωγής Γάλλος φιλόσοφος Εμίλ Σιοράν. Ισως η κοινωνία μας, ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός, να περνά μια τέτοια φάση νοσταλγίας για την έκσταση που μπορεί να προσφέρει η βαρβαρότητα.

Σας ξενίζει η λέξη «έκσταση» πλάι στη βαρβαρότητα; Κι όμως: η έκρηξη αδρεναλίνης που προκύπτει από το ξέσπασμα της βίας δεν έχει όμοιό του και το σώμα μας, το υποσυνείδητό μας επίσης, το γνωρίζουν καλά. Παραμένουμε ζώα στο βάθος. Το ίδιο καλά το γνωρίζει και το συλλογικό υποσυνείδητο μιας κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που μοιάζει να μετεωρίζεται κάπου ανάμεσα στον μηδενισμό της καταστροφής (από τους βανδαλισμούς του 2008 έως τη φονική Μαρφίν –«αφήστε τους να καούν, τραπεζικοί υπάλληλοι είναι», φώναζε ο όχλος–, το καμένο «Αττικόν» και τους παντός είδους Ρουβίκωνες) και σε μια ψυχαναλυτικού τύπου ενόρμηση του θανάτου.

Τι πάει να πει το τελευταίο; Οτι σύσσωμη μια κοινωνία θέλει να πεθάνει; Οχι ακριβώς. Σημαίνει ότι σημαντικό μέρος αυτής της κοινωνίας ολοένα και περισσότερο στρέφεται κατά της ζωής, κατά της εξέλιξης, της αλλαγής, κατά της αντίφασης και των αντιθέσεων που συνιστούν αυτό που λέμε «ζωή».

Από τον άνθρωπο που ηδονίζεται με το να καίγεται ζωντανός ένας εγκλωβισμένος τραπεζικός υπάλληλος έως τον άνθρωπο που κλωτσάει με μανία το κρανίο ενός πεσμένου, ακινητοποιημένου τοξικομανούς και κλέφτη, η απόσταση είναι απειροελάχιστη. Δεν αντέχουμε τον «νοικοκυραίο» και γι’ αυτό πρέπει να πεθάνει· δεν αντέχουμε όμως και τον περιθωριακό, τον απόβλητο, αυτόν που παρεκκλίνει είτε σεξουαλικά είτε με οποιονδήποτε τρόπο, οπότε πρέπει και αυτός να πεθάνει. Να εξαλειφθούν οι αντιθέσεις της ζωής, η ζωή να γίνει επίπεδη, σαν τη γραμμή ζωής στην ηλεκτρονική οθόνη όταν ο ασθενής έχει πεθάνει. Δηλαδή, η ζωή να γίνει κάτι που δεν μοιάζει πια με ζωή.

Ναι, όντως, μπορεί ο «νοικοκυραίος» να μη συνηθίζει να εισβάλλει σε καταστήματα ή σπίτια για να κλέψει, όπως ο χρήστης ουσιών, από πού προέκυψε όμως ότι πρέπει, του αξίζει να ποδοπατηθεί ακόμα και όταν είναι ακινητοποιημένος στο έδαφος;

Εδώ βέβαια τίθεται ένα άλλο ζήτημα που έχει να κάνει με το θεσμικό πλαίσιο: ο καταστηματάρχης της Αθήνας αισθάνεται μόνος, εγκαταλελειμμένος, εκτεθειμένος, ριγμένος, αδικημένος, κατεστραμμένος. Μετά τους απανωτούς βανδαλισμούς που είτε έχουν καταστρέψει το μαγαζί του είτε έχουν διώξει τους πελάτες του, έρχονται οι κάθε λογής εισβολείς για να ληστέψουν κόπους μιας ημέρας, μιας εβδομάδας, μιας ζωής, γνωρίζοντας πως είτε η αστυνομία είτε η δικαιοσύνη ελάχιστα θα τους αγγίξουν. Είναι δικαιολογία αυτή για το λιντσάρισμα που συντελέστηκε στην Ομόνοια; Οχι, δεν είναι. Δεν μπορεί να είναι, δεν πρέπει να είναι.

Ζούμε μια υπόγεια, υφέρπουσα λατρεία του θανάτου. Μη μας ξεγελούν τα νησιά με τον ήλιο τους, η θάλασσα και τα σοκάκια της Πλάκας, τα καλντερίμια των γραφικών χωριών μας. Ο Ελληνας μπορεί εύκολα να γίνει βάρβαρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ