ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναζητούνται νέα μέτρα κατά του «ξεπλύματος»

PETER J. HENNING / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πώς μπορεί ένα υποκατάστημα τράπεζας να διεκπεραιώνει επί χρόνια ύποπτες συναλλαγές, συνολικού ύψους άνω των 200 δισ. δολαρίων, χωρίς να το έχει προσέξει κανείς από τη διοίκηση; Αυτή είναι η περίπτωση της Danske Bank, μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Δανίας. Στην έκθεση του δικηγορικού γραφείου Bruun & Hjejle περιγράφεται με ποιον τρόπο ένα υποκατάστημα της δανικής τράπεζας στην Εσθονία συνέβαλε στη διοχέτευση τεραστίων χρηματικών ποσών, ενώ τα ανώτερα στελέχη της Danske Bank αγνόησαν επανειλημμένες προειδοποιήσεις ότι πρόκειται για ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος. Η διαρκής αποτυχία να παρεμποδιστούν οι παράνομες συναλλαγές αποκαλύπτει σωρεία προβλημάτων στις διαδικασίες ελέγχου για ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος της Danske.

Ωστόσο, σύμφωνα με το πόρισμα της έκθεσης, απαλλάσσεται τόσο ο Τόμας Μπόργκεν, διευθύνων σύμβουλός της Danske, όσο και ο Ολε Αντερσεν, πρόεδρός της. H Danske δεν είναι, φυσικά, η πρώτη μεγάλη τράπεζα που είχε εμπλακεί επί χρόνια σε ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος ή σε άλλες παράνομες δραστηριότητες. To 2012, η HSBC είχε έρθει σε συμβιβασμό με το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, αποδεχόμενη να πληρώσει πρόστιμο ύψους 1,25 δισ. δολαρίων, επειδή δεν είχε αποτρέψει εμπόρους ναρκωτικών από το να «ξεπλύνουν» εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Δεν είχε ασκηθεί δίωξη σε κανένα στέλεχος της τράπεζας, παρότι οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς ανέφεραν ότι υπήρξε «τεράστια αποτυχία όσον αφορά εποπτεία».

Το 2014, η γαλλική BNB Paribas αποδέχθηκε την ενοχή της και πλήρωσε πρόστιμο 8,9 δισ. δολαρίων, επειδή διεκπεραίωσε συναλλαγές ύψους δισ. δολαρίων από χώρες στις οποίες οι ΗΠΑ είχαν επιβάλει οικονομικές κυρώσεις. Σύμφωνα με τους Αμερικανούς ομοσπονδιακούς εισαγγελείς, η BNP Paribas «είχε υπολογίσει ότι ποτέ δεν θα κληθεί να λογοδοτήσει για την εγκληματική στήριξη χωρών και εταιρειών που εμπλέκονται σε τρομοκρατικές πράξεις και άλλες παραβατικές ενέργειες». Αλλά και πάλι δεν ασκήθηκε δίωξη σε κανένα φυσικό πρόσωπο. Μέχρι σήμερα φαίνεται ότι το κόστος της συστηματικής παραβίασης της νομοθεσίας είναι μόνο ένα μεγάλο πρόστιμο, αλλά κανείς από τη διοίκηση δεν πληρώνει υψηλό τίμημα. Αυτό ήταν το συμπέρασμα και μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όταν οι εισαγγελείς απέφυγαν, κατά κανόνα, να ασκήσουν δίωξη κατά φυσικών προσώπων και επέβαλαν υψηλά πρόστιμα στις τράπεζες.

Θα αντιμετωπίσει η Danske ή κάποιος από τη διοίκηση τις συνέπειες επειδή επέτρεψε το ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος σε μεγάλη κλίμακα; Πιθανότατα όχι. Οι αμερικανικές αρχές θα μπορούσαν να αποκλείσουν την πρόσβαση της Danske στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, όπως είχε κάνει τον Φεβρουάριο το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών στην περίπτωση της λετονικής τράπεζας ABLV. Ωστόσο, οι πιθανότητες να αντιμετωπίσει την ίδια μοίρα η Danske είναι περιορισμένες. Η Danske Bank είναι η μεγαλύτερη τράπεζα της Δανίας, με 2,7 εκατ. πελάτες και 20.000 υπαλλήλους, πράγμα που σημαίνει ότι η αναστάτωση που θα προκαλούνταν από το κλείσιμό της, εξέλιξη που είναι βέβαιη αν αποκλειστεί από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, θα ήταν τόσο μεγάλη, που οι ΗΠΑ δεν θα τολμούσαν να το κάνουν. Αν δούμε τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στην HSBC και στην BNP Paribas, τότε η Danske πιθανότατα θα πληρώσει δισεκατομμύρια δολάρια. Το ερώτημα είναι γιατί επιτρέπουν οι τράπεζες αυτού του είδους τις παραβιάσεις της νομοθεσίας και κατά πόσον υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος να τις εμποδίσει κανείς. Η επιβολή μεγάλων προστίμων είναι ένας τρόπος, αλλά οι τράπεζες μπορούν να τα αντιμετωπίσουν. Δεδομένου ότι οι πελάτες τους είναι διατεθειμένοι να καταβάλλουν υψηλό κόστος, ώστε να μεταφέρουν τα χρήματά τους με μυστικότητα, η προοπτική υψηλών κερδών μπορεί να κάμψει τη διάθεση για συμμόρφωση με τον νόμο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ