Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Περί κριτικού-σατιρικού λόγου ή περί ορίων και ορίων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εκθεση ζωγραφικής και αφιέρωμα στον εικαστικό Γιώργο Βακαλό από την Evripides Art Gallery, Ηρακλείτου 10 & Σκουφά, Κολωνάκι. Διάρκεια έκθεσης έως τις 27 Οκτωβρίου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ο​​λοι, αν εξαιρέσουμε τους πάσης φύσεως δογματικούς και φανατικούς, θέλουμε να λέμε πως αναγνωρίζουμε σαν αυτονόητο και απόλυτο το δικαίωμα άσκησης κριτικού λόγου. Απόλυτο; Οχι ακριβώς. Σαν οπαδοί μιας κάποιας θεωρίας της σχετικότητας, νέου τύπου, αφού δηλώσουμε ενθουσιωδώς την κατάφασή μας, την αποδοχή του δικαιώματος, προχωρούμε στη σχετικοποίησή του, στη συρρίκνωση και τη φαλκίδευσή του: «Προφανώς και είναι αυτονόητο το δικαίωμα, υπό την προϋπόθεση να αφορά τους άλλους, τους απέναντί μας». Γι’ αυτό και η γκρίνια μας μεροληπτεί: Διαμαρτυρόμαστε μόνο όταν οι απαγορεύσεις, οι μηνύσεις, οι αγωγές, τα αυτόφωρα πλήττουν δικούς μας, ομοϊδεάτες.

Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι ποτέ δεδομένη. Ουδείς εξουσιούχος την προσφέρει δίχως ενόχληση ή στενοχώρια – ούτε καν οι γονείς στα παιδιά τους. Πρέπει κάθε φορά να τη διεκδικούμε. Και πρέπει επίσης να ασκούμε το δικαίωμα αυτό όσο το δυνατόν τιμιότερα, βυθίζοντας δυο και τρεις φορές τη γλώσσα μας στα μικρά φαιά μας κύτταρα, πριν την αφήσουμε ελεύθερη. Διαφορετικά, αν λ.χ. επιτρέπουμε να αλέθουν το δικαίωμα αυτό οι μυλόπετρες οποιασδήποτε σκοπιμότητας, ή αν η κατάχρησή του μας οδηγεί στην προβολή αστήρικτων φημών ως επαληθευμένων γεγονότων, το διαβάλλουμε και το εκθέτουμε. Και, άτσαλα αμυνόμενοι, επικαλούμαστε την «απολύτως ελεύθερη αρχαία Αθήνα» σαν μάρτυρα υπεράσπισής μας.

Απολύτως ελεύθερη; Οι διωγμοί «αθέων» και λοιπών «διαφθορέων» μες στον χρυσό αιώνα δεν το επιβεβαιώνουν. Ειδικά επί σάτιρας, επικαλούμαστε το φάντασμα του Αριστοφάνη σαν μάρτυρα της πραγματωμένης απόλυτης ελευθερογραφίας και ελευθερολογίας. Συνήθως όμως αφήνουμε υποφωτισμένη μια καίρια παράμετρο: Στις εορτές, ο δήμος δεν ήταν απλώς (διά του θεσμού της χορηγίας) ο εργοδότης των ανταγωνιζόμενων ποιητών· ουσιαστικά, τους χορηγούσε και ένα αξίωμα, ανεπίσημο μεν, πλην σημαντικότατο και περιβαλλόμενο από ποικίλες μέριμνες: το αξίωμα του ποιητικού ρήτορα, του από σκηνής σχολιαστή και ελεγκτή των δημοσίων πραγμάτων.

Οι κωμωδιογράφοι δεν ήταν απλοί γελωτοποιοί· ο δήμος-χορηγός, εξασφαλίζοντάς τους την οικονομική δυνατότητα να συμμετάσχουν στον αγώνα, τους εξύψωνε στον ρόλο του δημόσιου αγορητή, ο οποίος, εξαιτίας της ισχύος που του είχε εκχωρηθεί, όφειλε και να λογοδοτήσει στον δήμο. Και όχι μόνο για τη διαχείριση των χρημάτων που του παρείχαν όσοι επιλέγονταν ως χορηγοί.

Στοιχεία για όλα αυτά παρέχει το σύγγραμμα «Αθηναίων πολιτεία» (όχι το ομότιτλο του Αριστοτέλη), που γράφτηκε πιθανότατα στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Παλαιότερα πιστευόταν ότι ήταν του Ξενοφώντα, αλλά πλέον αποδίδεται σε κάποιον ψευδο-Ξενοφώντα, ο οποίος στη βιβλιογραφία αναφέρεται συχνά ως Γέρων ή Παλαιός Ολιγαρχικός. Πραγματευόμενος τους νομικούς περιορισμούς της σάτιρας στην αρχαιότητα και παραπέμποντας σε αυτήν ακριβώς την «Αθηναίων πολιτεία», ο Τζέφρυ Χέντερσον γράφει τα εξής στο δοκίμιό του «Ο Δήμος και οι αγώνες κωμωδίας», μεταφρασμένο από τον Παναγιώτη Φαναρά (περιέχεται στο βιβλίο «Θάλεια: Δεκαπέντε μελετήματα για τον Αριστοφάνη», επιλογή - επιμέλεια Γεώργιος Δ. Κατσής, Σμίλη, 2007):

«Ο Παλαιός Ολιγαρχικός (2.18) λέει ότι η γελοιοποίηση και κριτική του δήμου δεν ήταν “ανεκτή”, και πράγματι δεν απαντά στις σωζόμενες κωμωδίες: στους “Ιππής” και στους “Σφήκες”, για παράδειγμα, ο Αριστοφάνης ψέγει τον δήμον μόνο και μόνο για να τον προτρέψει να ξαναβρεί τα ιδανικά και τη δόξα, που είχε χάσει ακούγοντας ψευτοηγέτες σαν τον Κλέωνα. [...] Και το κυριότερο, η προσωπική εμπειρία του Αριστοφάνη δείχνει ότι οι κωμικοί ποιητές δεν θεωρούνταν απρόσβλητοι από κάθε παράπονο συμπολιτών τους, όπως νομίζουν μερικοί αρχαίοι και σύγχρονοι κριτικοί. Μηνύθηκε από τον Κλέωνα μετά τη νίκη του με τους “Βαβυλωνίους” το 426 με τον ισχυρισμό ότι είχε δυσφημήσει τους δικαστές, τους βουλευτές και τον κόσμο παρουσία ξένων [...], και ξανά μετά τη νίκη του με τους “Ιππής”, για αδιευκρίνιστους λόγους. [...] Φαίνεται, θα έλεγα, ότι οι κωμικοί ποιητές, όπως και άλλοι αξιωματούχοι, έπρεπε να λογοδοτούν. [...] Δεν υπάρχει λόγος να νομίζουμε ότι οι κωμικοί ποιητές εξαιρούνταν από τους νόμους τούς σχετικούς με τη συκοφαντία [...], και είναι πιθανόν ότι ελέγχονταν από ειδικούς νόμους: ο Πλούταρχος μνημονεύει ένα νόμο των Θουρίων (αθηναϊκής αποικίας και συμμάχου) που περιόριζε τη διακωμώδηση των πολιτών στους “μοιχούς και τους ταραχοποιούς” [“πολυπράγμονες”] (“Ηθικά” 519b).

Μπορεί κάλλιστα να υπήρχαν κανόνες αυτού του είδους στην Αθήνα του 5ου αιώνα. [...]

»Οι κανόνες μπορούσαν να αναδιατυπωθούν. Το 440/39, όταν οι Αθηναίοι εξαπέλυσαν πόλεμο εναντίον της συμμάχου τους Σάμου (Θουκ. 1.115-17), ήταν η χρονιά κατά την οποία εγκρίθηκε ένα ψήφισμα που κατά κάποιον τρόπο περιόριζε την ελευθερία των κωμικών ποιητών να ασκούν κριτική και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 437/6. [...] Και το 415/4, ο Συρακόσιος εξασφάλισε την έγκριση ενός ψηφίσματος που απαγόρευε να αναφέρονται ονομαστικά στις κωμωδίες πρόσωπα που είχαν καταδικαστεί ως ερμοκοπίδαι ή ως εορταστές ψευδο-Μυστηρίων. [...] Εχει αμφισβητηθεί αν πράγματι υπήρξε αυτό το ψήφισμα, αλλά τίποτε άλλο δεν εξηγεί γιατί κανένα από τα κάπου εξήντα πέντε πρόσωπα που ήταν γνωστό ότι είχαν καταδικαστεί δεν αναφέρονται ονομαστικά στους περίπου 4.550 σωζόμενους στίχους των κωμωδιών της περιόδου 415-411) (όταν ανακλήθηκε η καταδίκη του Αλκιβιάδη: Θουκ. 8.97.3), παρόλο που πολλοί άλλοι αναφέρονται». Ορια λοιπόν. Και όροι. Δεν θα θέλαμε να υπάρχουν; Υπήρχαν όμως.

Από τον ίδιο τον Αριστοφάνη γνωρίζουμε ότι η απόφαση του Κλέωνα, μετά την παράσταση των «Βαβυλωνίων», να τον «εισελκύσει εις το βουλευτήριον», τη Βουλή δηλαδή, που διέθετε και δικαστικές αρμοδιότητες, δεν τον τρόμαξε ούτε τον οδήγησε στην αυτολογοκρισία. Αντίθετα, στην «εισαγγελία» του Κλέωνα, στη βίαιη πολιτική-δικαστική πειθώ δηλαδή, απάντησε με την κωμική πειθώ, και στους «Αχαρνής» και στους «Ιππής». Τα όρια της σάτιράς του τα διεύρυνε με την τέχνη του, σαν μάστορας που ήταν. Κανένα «άνευ ορίων» δικαίωμα δεν του δόθηκε.

Ενας θρύλος πάντως φανερώνει πως ο από σκηνής έλεγχος των δημαγωγών κάθε άλλο παρά ακίνδυνος ήταν. Ο Φράνκο Μοντανάρι, στην «Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας: Από τον 8ο αι. π.Χ. έως τον 6ο αι. μ.Χ.» (με τη συνεργασία του Φάουστο Μοντάνα, επιμέλεια Δανιήλ Ιακώβ - Αντώνης Ρεγκάκος, μετάφραση Σπύρος Κουτράκης - Δήμητρα Κουκουζίκα - Κατερίνα Σιββά, University Studio Press, 2008), γράφει τα εξής για τον Εύπολη, περίπου συνομήλικο του Αριστοφάνη: «Στην κωμωδία “Βάπται” (του 416 ή 415 π.Χ.), έργο με σκοτεινό περιεχόμενο, αφιερωμένη στην οργιαστική λατρεία της θεάς Κοτυτώς, ασκούσε κριτική κατά του αριστοκράτη Αλκιβιάδη. Εδώ βασίζεται ο θρύλος περί πνιγμού του Εύπολη κατόπιν ενεργειών του Αλκιβιάδη εν πλω για τη Σικελία». Οπως ξέρουμε, ουδείς θρύλος είναι απολύτως αυθαίρετος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ