ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Παραδέχεται ότι είναι τρομερά αγχώδης. Aκόμα και αν δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος να αγχωθεί, θα τον... επινοήσει. Κάποιες βραδιές αϋπνίας, από το μυαλό της περνούν δεκάδες σενάρια καταστροφών. «Aνάμεσά τους, το πιο κλασικό, ίσως: φωτιά στο σπίτι κι εγώ, πανικόβλητη, να έχω ελάχιστα λεπτά για να αποφασίσω τι θα περισώσω – με δεδομένο ότι ο άντρας μου, τα παιδιά μας και τα κατοικίδιά μας είναι ασφαλείς. Εγγραφα και διαβατήρια; Tις φωτογραφίες μας; Το δαχτυλίδι της γιαγιάς; Το κομπιούτερ; Κατά βάθος ξέρω, βέβαια, τι θα έκανα. Το μοναδικό πράγμα που θα προσπαθούσα με κάθε τρόπο να σώσω είναι το Bob».

Bob σημαίνει «Book of Books», δηλαδή «Το βιβλίο των βιβλίων». Και για την Πάμελα Πολ, συγγραφέα του ομώνυμου βιβλίου και αρχισυντάκτρια του The New York Times Book Review, είναι πολύτιμο. Ξεφυλλίζοντάς το βλέπει κανείς ποια βιβλία η Πάμελα έχει διαβάσει από τον Ιούλιο του 1988 μέχρι σήμερα. Τη συνάντησα στη Μεσσηνία, στο New York Times Weekend που διοργάνωσε για τέταρτη χρονιά η μεγάλη αμερικανική εφημερίδα στην Costa Navarino με θέμα «Democracy & Books». Μιλήσαμε για το Bob αλλά όχι μόνο...

– Τελικά, τι είναι το Book of Books; Ημερολόγιο;
– Κρατούσα ημερολόγιο, ως έφηβη. Πιστέψτε με, δεν είχε τίποτα ενδιαφέρον. Εγραφα για τους καβγάδες με τους γονείς μου, τα μυστικά των φιλενάδων μου, τα φλερτ στο σχολείο. Το Bob είναι διαφορετικό. Με περιγράφει, χωρίς να μιλάει για μένα. Περιέχει όλα όσα θέλω να θυμάμαι, φέρνοντας στο μυαλό μου τι διάβαζα όταν συνέβαιναν. Δεν είναι ένα παραδοσιακό ημερολόγιο, αλλά είναι πιο προσωπικό από οποιοδήποτε άλλο. Γιατί μέσα από αυτό φαίνονται καθαρά τα ενδιαφέροντα, οι ιδέες και οι αξίες που με διαμόρφωσαν στο πέρασμα τριών δεκαετιών. Μπορεί να είναι γεμάτο με ιστορίες άλλων, αλλά ουσιαστικά αφηγείται τη δική μου.

– Με ποιο βιβλίο έγινε η αρχή;
– Με τη «Δίκη» του Φραντς Κάφκα, που διάβασα σε μια φοιτητική εστία στο Μοριάκ της Γαλλίας, όταν ήμουν δεκαεπτά χρόνων. Ταυτίστηκα πλήρως με τον Γιόζεφ Κ., λόγω εφηβείας. Οπως εκείνος σε κάθε συμπολίτη του έβλεπε κι έναν δικαστή, έτσι και ο έφηβος αισθάνεται ότι όλοι τον κρίνουν. Είναι αυτό που σας είπα προηγουμένως: ανέκαθεν με ενδιέφερε το μονοπάτι που ενώνει τα βιβλία που διαβάζουμε, τι μας οδηγεί από το προηγούμενο στο επόμενο. Εχει η επιλογή μας σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου ή με όσα συμβαίνουν στη ζωή μας στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Και τα δύο, πιστεύω.

– Υπάρχει ένα βιβλίο που θα μπορούσατε να πείτε ότι σας άλλαξε τη ζωή;
– Το «A Journey of One’s Own», της Ελληνοαμερικανίδας Thalia Zepatos (1992). Το διάβασα το 1997, όταν μόλις είχα τελειώσει το κολέγιο και όλα μου φαίνονταν προδιαγεγραμμένα και αναμενόμενα. Επηρεασμένη από αυτό έβγαλα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την Ταϊλάνδη – χωρίς να ξέρω τη γλώσσα, χωρίς να έχω δουλειά.

Εζησα εκεί μερικούς μήνες, παραδίδοντας μαθήματα αγγλικών, και επέστρεψα στις ΗΠΑ απολύτως κατασταλαγμένη για το τι ήθελα να κάνω.

– Η δουλειά σας στους New York Times...
– Είναι η δουλειά των ονείρων μου (σ.σ. σπεύδει να πει, πριν προλάβω να ολοκληρώσω την ερώτησή μου)! Eίμαστε η μόνη εφημερίδα που έχει τρεις κριτικούς βιβλίων πλήρους απασχόλησης – και έναν αποκλειστικά για τις παιδικές εκδόσεις. Και παρ’ όλα αυτά, κάθε χρόνο παρουσιάζουμε μόλις το 1% της εκδοτικής παραγωγής. Υπάρχουν τόσο πολλά βιβλία εκεί έξω... (γέλια)

– Με ποιο κριτήριο επιλέγετε αυτά που παρουσιάζετε;
– Εγώ δεν γράφω κριτικές βιβλίων από τη μέρα που ανέλαβα την αρχισυνταξία. Οι συνάδελφοί μου αποφασίζουν με βάση την αισθητική τους και τους τομείς των ενδιαφερόντων τους. Το κριτήριό τους είναι προσωπικό. Δική μου ευθύνη είναι να σκέφτομαι τι αφορά τους αναγνώστες μας, τι θα τους είναι χρήσιμο, πώς θα τους παρουσιάσουμε όχι μόνο γνωστούς συγγραφείς αλλά και νέες φωνές που έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν.

– Διαβάζουν οι Αμερικανοί; Και τι προτιμούν;
– Ναι, δεν είναι λίγοι όσοι διαβάζουν. Αυτή την περίοδο υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για τα πολιτικά βιβλία, για τις ιστορίες πίσω από την Ιστορία, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν όσα συμβαίνουν στη χώρα μας. Πώς φτάσαμε στην εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ; Ηταν κάτι ξαφνικό ή υπήρχαν σημάδια που κανείς δεν πρόσεξε; Και τι θα γίνει από εδώ και πέρα; Οι Αμερικανοί ψάχνουν απαντήσεις. Το αναγνωστικό κοινό δείχνει να προτιμά και τη δυστοπική λογοτεχνία: από το «1984» του Τζορτζ Οργουελ μέχρι το θρίλερ επιστημονικής φαντασίας «The Power» της Βρετανίδας Ναόμι Αλντερμαν, όπου οι γυναίκες έχουν την ικανότητα να εξοντώνουν τους άντρες με ένα άγγιγμά τους. Αλλά και αυτό υπό μίαν έννοια πολιτικό είναι, αφού στην πραγματικότητα θέτει το ερώτημα τι συνιστά εξουσία.

– Πότε γράφετε για τον εαυτό σας; Πόσο «χώρο» αφήνει η δημοσιογράφος στη συγγραφέα;
– (Γελάει) Είναι κάπως περίπλοκη η κατάσταση. Εχω τρία παιδιά, 9, 11 και 13 χρόνων. Τα πρωινά είναι αφιερωμένα σ’ αυτά. Τα βράδια, όπως και τα Σαββατοκύριακα, θέλω να περνώ τον ελεύθερο χρόνο μου με την οικογένειά μου. Μένει ένα μικρό χρονικό «παράθυρο» 38 λεπτών, όσο διαρκεί η διαδρομή από το σπίτι μου στην εφημερίδα, με το τρένο. Μόνο τότε μπορώ και γράφω.

– Εχετε φέρει το Bob μαζί σας στην Ελλάδα;
– Δεν το παίρνω πια μαζί μου στα ταξίδια. Το έχω ταλαιπωρήσει πολύ και είναι εύθραυστο. Το αφήνω στην ασφάλεια του σπιτιού μας.

– Τι διαβάζετε αυτές τις μέρες;
– (Ανοίγει την τσάντα της) «Φόβος: ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο» του Μπομπ Γούντγουορντ, πρώην ρεπόρτερ της Washington Post. Ολοι στην Αμερική μιλούν γι’ αυτό το βιβλίο – είναι εκπληκτικό!

Η διαδρομή της

Μοναδική κόρη έπειτα από επτά γιους, έδωσε μεγάλη χαρά στους γονείς της όταν γεννήθηκε, το 1970. Η μητέρα της, συγγραφέας και η ίδια, επέλεξε το όνομα Πάμελα – από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Σάμουελ Ρίτσαρντσον, που εκδόθηκε το 1740. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου Μπράουν, ξεκίνησε την καριέρα της από τον Economist, ενώ στη συνέχεια συνεργάστηκε με το Time, το Slate και τη Vogue, μεταξύ άλλων. Αρχισε να εργάζεται στους New York Times το 2011, ως κριτικός παιδικών βιβλίων. Το 2016 ανέλαβε την αρχισυνταξία του Book Review. To «Μy life with Bob» είναι το πέμπτο βιβλίο της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ