ΕΛΛΑΔΑ

Θυμός τυφλός, δειλός, μέχρι θανάτου

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Φράνσις Μπέικον, Ζωγραφική (1946).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Κι έτσι, με κάθε ευκαιρία ο θυμός απλώνεται. Τίποτα δεν μπορεί να τον εκτονώσει. Δεν είναι θυμός που στοχεύει σε κάτι. Δεν είναι θυμός που ελπίζει. Δεν είναι θυμός που ωφελεί. Είναι θυμός τυφλός, παροξυσμικός και δειλός. Δεν είναι αγανάκτηση, αλλά αηδία. Απελπισία. Θυμός που σκοτώνει τον ίδιο τον οργισμένο».

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από την πρόσφατη νουβέλα «Η Γη του θυμού» (εκδ. Νεφέλη) του συγγραφέα Χρήστου Χρυσόπουλου, που μοιάζει να έχει συμπυκνώσει στις σελίδες του «μια γνώριμη ανεξήγητη οργή» που πλανιέται τα τελευταία χρόνια πάνω από την Αθήνα και την Ελλάδα και επιδρά στον πολιτισμό της καθημερινότητας, στις ανθρώπινες σχέσεις. Πριν από λίγες ημέρες σε ένα αφιέρωμα της «Κ» για τις αλλαγές που συντελέστηκαν στον τομέα του πολιτισμού κατά τη διάρκεια της τελευταίας οκταετίας ο καθηγητής Αρχαιολογίας και διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, Νίκος Σταμπολίδης, αναφέρθηκε σε μια πολιτισμική αλλαγή που συντελείται αργά, σταδιακά, αλλά εξαπλώνεται σαν ιός στο σώμα της κοινωνίας. «Αν έπαθε κάτι ο πολιτισμός μας αυτά τα χρόνια, το έπαθε στο κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων», σημείωνε ο καθηγητής, μιλώντας για σχέσεις που έχουν τη μορφή συναλλαγής. «Μοιάζει με την υγρασία, σε εμποτίζει. Η κρίση έβγαλε στην επιφάνεια ένστικτα που δεν τα διακρίναμε πιο πριν. Το βλέπεις στην ατμόσφαιρα».

Αν για λίγο παγώσουμε το βίντεο που κυκλοφορεί εδώ και μέρες στο Διαδίκτυο και δείχνει τον Ζακ Κωστόπουλο πεσμένο, να έχει περάσει μέσα από μια τζαμαρία ενός καταστήματος στην παραζάλη του από τα ναρκωτικά και στην απόπειρά του (θα το πει η Δικαιοσύνη με σιγουριά) να κλέψει, θα δούμε δύο ζευγάρια πόδια να κλωτσάνε ένα κεφάλι και τα ένστικτα, για τα οποία μιλούσε ο κ. Σταμπολίδης, να κατακλύζουν την ατμόσφαιρα.

Είναι τόσο δύσκολο;

«Γιατί είναι τόσο δύσκολο να νιώσει κανείς απλώς αποτροπιασμό αντικρίζοντας αυτήν την εικόνα;», διερωτάται ρητορικά ο Μιχάλης Τσιντσίνης στο σχόλιο του («Κ», 25.09.18). Για τον συγγραφέα της «Γης του θυμού» το περιστατικό της Ομόνοιας είναι σύμπτωμα μιας θυμωμένης και διχασμένης κοινωνίας. «Εχω την αντίληψη ότι υπάρχει ταυτόχρονα φόβος (“τι θέλει ο εκάστοτε άλλος;”), δυσπιστία (“ποιος θα με προστατέψει από αυτόν;”), απώθηση (“αυτός δεν είναι σαν εμένα”) και ο συνδυασμός τους οδηγεί σε μια παράλογη αίσθηση δικαιώματος αυτοδικίας (“εγώ θα γίνω ο τιμωρός του”). Πιστεύω ότι αυτή η εικόνα φανερώνει μια κοινωνία που αισθάνεται αδύναμη, οργισμένη και καταφεύγει στη βία, είτε φυσική είτε άλλης μορφής», μας λέει ο Χρήστος Χρυσόπουλος.

Τι είναι όμως αυτό που γεννάει αυτή τη βία που «ξεφεύγει» σε βαναυσότητα; Ο επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του ΕΚΠΑ Παναγής Παναγιωτόπουλος μας λέει να μη βιαστούμε να τα ρίξουμε όλα στην κρίση των τελευταίων ετών. «Σίγουρα πυροδοτείται από την κοινωνική έκπτωση και την ανασφάλεια και την έλλειψη προοπτικής που έχει φέρει η κρίση που ξεκίνησε το 2010 και ενώ ήταν σε ύφεση, πυροδοτήθηκε ξανά το 2015. Ο δεύτερος παράγοντας είναι ότι δεν υπάρχει στη χώρα το μονοπώλιο της νόμιμης και λελογισμένης βίας από το κράτος. Η αστυνόμευση είναι τυχαία και δεν υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας», μας λέει στην τηλεφωνική μας επικοινωνία. Σε αυτό ο ίδιος διακρίνει τα χαρακτηριστικά της πολιτικής φιλοσοφίας της σημερινής κυβέρνησης, όπως μας λέει. «Η σημερινή κυβέρνηση για λόγους ιδεολογικούς πιστεύει ότι το κράτος, η εξουσία, οι θεσμοί παράγουν βία μέσα σε μια ειρηνική κοινωνία, ενώ οι περισσότερες θεωρήσεις πιστεύουν ότι το κράτος μειώνει τη βία, καταστέλλει μια βία που είναι εγγενής», τονίζει.

Από τη μεταπολίτευση και μετά η ελληνική κοινωνία έχει στη συλλογική μνήμη μια «ειρηνική» εικόνα, μας λέει ο καθηγητής, με εξαιρέσεις φυσικά που σημειώνονται όμως σε ένα επίπεδο πάνω από τα κοινωνικά στρώματα (π.χ. τρομοκρατική δράση). Ο ίδιος τοποθετεί την απαρχή μιας ροπής προς τη βία το 2007, όταν παρατηρείται μια περίεργη «κοινωνική αδιαφορία» για τους νεκρούς που άφησαν πίσω οι μεγάλες πυρκαγιές της Ηλείας, οι οποίοι ξεχνιούνται γρήγορα, ενώ το «ειρηνικό» κοινωνικό συμβόλαιο «σπάει» με τον φόνο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου την επόμενη χρονιά. «Μπαίνουμε σε μια περίοδο “καταστροφικής δημοκρατίας”, που ωριμάζει εδώ και 11 χρόνια. Εχουμε μια κοινωνία που έχει μια παράδοξη σχέση αποδοχής της καταστροφής και στην άλλη πλευρά του καθρέφτη αντανακλάται η απουσία προοπτικής και προσανατολισμού των υποκειμένων της. Υπάρχει ένα πρόβλημα ταυτότητας προσωπικής και συλλογικής και η διολίσθηση στη βία είναι ένα υποκατάστατο της ταυτότητας. Είμαι βίαιος άρα υπάρχω», μας λέει ο κ. Παναγιωτόπουλος. Περιγράφει την οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας ως «αναμεσαιωνισμό», με το κοινωνικό σύνολο να χωρίζεται σε μικρότερες ομάδες, τη βία να είναι διάσπαρτη και την απειλή της βίας να γίνεται ολοένα και πιο ορατή. «Δεν υπάρχει η αναγνώριση ότι ζούμε και υπάρχουμε στην ίδια κοινωνία. Διεκδικούμε πράγματα συγκρουσιακά, μέσα από φυλές, μικρά φέουδα που έχουν αυτάρκεια. Φαίνεται ότι έχει εκλείψει το κύρος των θεσμών του κράτους, μιας εξουσίας που στερεί από τους μικρούς ηγεμόνες και τις ομάδες αυτές τη δυνατότητά τους να ασκούν βία. Διανύουμε τον πολιτισμό της καχυποψίας».

Πώς η λανθάνουσα παράνοια κάθε πολιτισμού φθάνει στο λιντσάρισμα

«Στη βάση κάθε πολιτισμού και κάθε κοινωνίας υπάρχει εξ ορισμού μια λανθάνουσα παράνοια», μας λέει ο ψυχαναλυτής και συγγραφέας Σωτήρης Μανωλόπουλος. Οσο και αν το ψυχαναλυτικό αυτό αξίωμα δεν μας προκαλεί εντύπωση, ζητάμε από τον κ. Μανωλόπουλο διευκρινίσεις. «Ο λόγος που το πιστεύουμε αυτό στην ψυχανάλυση είναι ότι η ταυτότητα μιας κουλτούρας επιβεβαιώνεται μέσα από την απόρριψη στοιχείων που δεν είναι αποδεκτά. Η ίδια η απόρριψη, ο διαχωρισμός, είναι κάτι το παρανοϊκό. Πιστεύουμε πάντως ότι υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα σε αυτά που παρατηρούμε σε ψυχωτικούς ασθενείς και σε πολιτισμικές εμπειρίες. Οι άνθρωποι αυτοί κινούνται στην πραγματικότητά τους μεταξύ ζωής και θανάτου και φθάνουν σε σημεία απο-ανθρωποποίησης. Μια τέτοια απάνθρωπη κατάσταση είναι το λιντσάρισμα». Ο κ. Μανωλόπουλος επισημαίνει εξαρχής ότι δεν μπορούν όλα τα φαινόμενα να περιγραφούν από μια θεωρία, αλλά παρατηρεί και ο ίδιος ότι τα τελευταία χρόνια η ένταση της βίας αυξάνεται. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, μας λέει, αλλά στην περίπτωσή μας γίνεται πιο έντονα αντιληπτό γιατί «δεν είμαστε συνηθισμένοι στη βιαιοπραγία των καθημερινών ανθρώπων που κανονικά κρατάνε τα πράγματα σε μια ισορροπία».

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ισορροπία χάνεται ολοένα και πιο συχνά και ο κ. Μανωλόπουλος εκτιμάει ότι ορισμένες φορές οι αγωνίες που η ψυχανάλυση αποδίδει στο εσωτερικό του ατόμου μεταφέρονται στο «εσωτερικό» μιας κοινωνίας. «Οταν διακόπτεται η αίσθηση της συνέχειας, έχουμε μια αγωνία ανυπαρξίας, μια ψυχωτική αγωνία. Αν δεν έχουμε μέλλον ξέρουμε ότι θα εξαφανιστούμε. Οταν λειτουργεί μια κοινωνία τα κρατάει αυτά τα άγχη, τα επεξεργάζεται, αλλά όταν δεν λειτουργεί αυτά βγαίνουν στο προσκήνιο, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Ζούμε στη χώρα μας μια κρίση ταυτότητας του πολιτισμού μας και νομίζω ότι με βίαιο τρόπο προσπαθούμε να την ορίσουμε απορρίπτοντας τα μη αποδεκτά στοιχεία και αυτή η απόρριψη βιώνεται ως επιτακτική ανάγκη, ως ζήτημα επιβίωσης», σημειώνει. «Είναι μύθος», συνεχίζει, «ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι βίαιη. Απλώς τώρα φαίνεται πολύ γιατί έχει διαρραγεί η αίσθηση της ταυτότητάς μας και της συνέχειας, έχουν διαρραγεί οι “δεσμοί φιλίας”, δηλαδή οι δεσμοί τρυφερότητας απέναντι στους άλλους, οι δεσμοί σεβασμού».

Επικίνδυνο ράγισμα

Το πολιτισμικό ράγισμα που διακρίνεται είναι το πιο επικίνδυνο για το μέλλον. «Αν αλλοιωθεί η κουλτούρα υπάρχει κίνδυνος, αυτή κρατάει τη συνέχεια. Ενώ τα άτομα είναι πεπερασμένα, μέσα από την κουλτούρα, τον πολιτισμό, διατηρείται μια συνέχεια ανεξάρτητα από την πορεία του κάθε ανθρώπου. Κρατιέται ένας τρόπος που κάνουμε τα πράγματα, ένας τρόπος που είμαστε με τους άλλους», σημειώνει.

Το σημάδι ότι κάτι έχει νεκρώσει μέσα μας είναι εκεί. «Είναι δύσκολο να αισθανθούμε τον πόνο του άλλου», μας λέει ο κ. Μανωλόπουλος. «Θα μπορούσε να δει κανείς έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο σε ένα γκέτο, στα ναρκωτικά, σε μια χώρα που μοιάζει με φυλακή, βλέπεις έναν άνθρωπο σε απόγνωση που έχει χάσει την ανθρωπιά του, την ιδιωτικότητά του και δεν λες να τον βοηθήσω. Η παραβατικότητα πυροδοτεί όλον τον φόβο. Οι Eλληνες όμως ήταν πιο ανεκτικοί, τώρα ξεσπούν πολύ πιο εύκολα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ