ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η έκθεση που άνοιξε για το κοινό το Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου στο μουσείο Victoria and Albert του Λονδίνου είναι αφιερωμένη σε μια τεχνολογική βιομηχανία δισεκατομμυρίων, τόσο δολαρίων όσο και πιστών. Αντί για έργα στους τοίχους θα βρείτε κονσόλες, οθόνες και κινητά τηλέφωνα ή ακόμα το μπροστινό μέρος ενός αυτοκινήτου. Στην ανακοίνωση του μουσείου για την έκθεση «Videogames: Design/Play/Disrupt» δεν υπάρχουν τίτλοι έργων, αλλά τίτλοι παιχνιδιών όπως «Journey», «No Man’s Sky», «Splatoon», «League of Legends», «Bloodborne», «Overwatch»,«Minecraft». Ή μάλλον για να είμαστε ακριβείς, στους τοίχους υπάρχουν πολλά έργα τέχνης, καθώς η προσπάθεια του μουσείου δεν είναι να εκθέσει την εξέλιξη των παιχνιδιών αλλά την καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία τους ως αυτόνομων έργων.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα μεγάλο μουσείο με ιστορία κάνει μια έκθεση για τα βιντεοπαιχνίδια. Το 2012, το μουσείο Σμιθσόνιαν της Νέας Υόρκης έκανε μια έκθεση γι’ αυτά, με τίτλο «40 χρόνια εξέλιξης». Τότε τα παιχνίδια που συμμετείχαν εκλέχθηκαν από το κοινό –3,7 εκατομμύρια ψήφοι από 175 χώρες για τους τελικούς 240 τίτλους– ενώ το 2002 το Μπάρμπικαν στο Λονδίνο διοργάνωσε το «Game On».

Η ωρίμανση

Στο V&A, όμως, η Μαρί Φούλστον, curator της έκθεσης, επικεντρώνεται σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Την εποχή του broadband, των social media και των smartphones. Είναι η τεχνολογική εποχή που εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να βρίσκονται μαζί την ίδια στιγμή, στον ίδιο ψηφιακό κόσμο και η στιγμή που η αρτιότητα του σχεδιασμού συναντά τη ρεαλιστικότητα. Είναι επίσης η στιγμή της ωρίμανσης αυτών των παιχνιδιών. Βήματα μακριά από τις πρώτες αποστροφές ότι αποτελούν αποφυγή από την πραγματικότητα και μέσο ενίσχυσης της βίαιης συμπεριφοράς. Αν και στην πλειονότητά τους η βία αποτελεί δομικό στοιχείο, ας μην ξεχνάμε ότι πάνω από όλα πρόκειται για παιχνίδια – πρέπει να αντεπεξέλθεις σε δοκιμασίες, να επιβιώσεις, να νικήσεις.

Αυτά τα παιχνίδια επιλέγει να παρουσιάσει το μουσείο, και τους δημιουργούς τους ως σχεδιαστές που επηρεάζουν τη σημερινή κουλτούρα και μάλιστα μαζικά, καθώς απευθύνονται σε εκατομμύρια παίκτες. Για να ενισχύσει μάλιστα την εικόνα της καλλιτεχνικής δημιουργίας αφιερώνει μεγάλο μέρος της έκθεσης στον «χειροποίητο» σχεδιασμό τους, πέρα από σκληρούς δίσκους και τεχνολογικά επιτεύγματα. Σκίτσα για τη δημιουργία των ψηφιακών χαρακτήρων, σημειώσεις και σημειωματάρια, εκτίθενται στο κοινό για να μπορέσουν οι θεατές να καταλάβουν ότι η δημιουργία ενός παιχνιδιού βασίζεται όχι μόνο σε μια συναρπαστική ιστορία ικανή να σε μαγέψει και να σε ταξιδέψει αλλά και στην καλλιτεχνική δημιουργία ενός κόσμου που θα σε πάρει μαζί του. Μάλιστα, οι κόσμοι αυτοί είναι προϊόντα αποκλειστικά της φαντασίας των δημιουργών. Νέοι πλανήτες, καινούργιες μορφές ζωής, φανταστικά πλάσματα με υπερφυσικές δυνάμεις, ένα ολόκληρο σύμπαν φτιαγμένο από την αρχή και δομημένο με νέες αρχές και κανόνες.


Καρέ καρέ η δημιουργία ενός νέου, φανταστικού κόσμου.

Και όχι μόνον αυτό. Οταν κατακτήθηκε η ρεαλιστικότητα των χαρακτήρων στον ψηφιακό κόσμο υπήρξε και η πλήρης απελευθέρωση των δημιουργών. Παιχνίδια όπως το «Journey» ξεχωρίζουν όχι μόνο για τη μοναδική αισθητική τους αλλά και για τον ίδιο τον στόχο του παιχνιδιού, όπου οι «πίστες του» είναι κομμάτια της πορείας της ζωής του ανθρώπου, η γέννηση, ενηλικίωση, η πορεία προς τον θάνατο. Ή όπως το «Kentucky Route Zero» που οι δημιουργοί του χρησιμοποίησαν τη σκηνογραφία του θεάτρου για να δημιουργήσουν τους δραματικούς χώρους αλλά και γνωστούς πίνακες. Γι’ αυτόν τον λόγο ανάμεσα στα εκθέματα βρίσκεται και ο πίνακας του Βέλγου σουρεαλιστή Ρενέ Μαγκρίτ, «Le Blanc Seing», του 1965, που αποτέλεσε την έμπνευση σκηνής στο παιχνίδι του 2013.

Η έκθεση προσεγγίζει και θέματα πολιτικής στα παιχνίδια. Πόσο μπορεί ένα παιχνίδι να «παίξει» με την Ιστορία; Η ιστορική μνήμη –μόλις τον προηγούμενο μήνα η Γερμανία επέτρεψε τα ναζιστικά σύμβολα σε βιντεοπαιχνίδι για πρώτη φορά– ο σεξισμός ή ο ρατσισμός είναι κάποια από τα ερωτήματα που θέτει η έκθεση. Μπορούν τα βιντεοπαιχνίδια να χρησιμοποιήσουν πραγματικά, επώδυνα γεγονότα ως σενάριο; (Το παιχνίδι «Super Columbine Massacre RPG!» βασίστηκε πάνω στα γεγονότα της σφαγής στο Λύκειο Κόλουμπαϊν όπου σκοτώθηκαν 12 μαθητές και ένας δάσκαλος).

Πέρα από τα πρωτότυπα έργα, ένα μεγάλο μέρος της έκθεσης αφιερώνεται στους συμμετέχοντες σε κάποιο παιχνίδι. Συγκεκριμένα, στην έννοια της «Δημοκρατίας των παικτών». Είναι όλοι ίσοι μέσα σε ένα βιντεοπαιχνίδι, όλοι ξεκινούν στην έναρξη, κινούνται στον ίδιο ψηφιακό κόσμο και μόνο η ικανότητα και το πάθος κάνουν κάποιους να ξεχωρίζουν. Φυσικά υπάρχουν και οι νικητές που η κοινότητα αυτή των μοναχικών παικτών λατρεύει ως ήρωες. Αλλωστε, χωρίς τους παίκτες η ύπαρξη των παιχνιδιών δεν θα είχε κανένα νόημα. Ετσι και οι θεατές της έκθεσης θα πρέπει να αλληλεπιδράσουν με τα έργα. Και όχι μόνον. Το μουσείο έχει διοργανώσει μία σειρά από εργαστήρια για τον σχεδιασμό τους.

Το μεγάλο ατού

Από τα ψηφιακά τουβλάκια του εκπαιδευτικού «Minecraft» μέχρι τους ονειρικούς κόσμους του «Last of Us» ή του «Journey», ή ακόμα τα arcade του παρελθόντος η έκθεση στο μουσείο V&A έρχεται να επιβεβαιώσει ότι τα βιντεοπαιχνίδια, όσο και αν έχουν κατηγορηθεί ή δαιμονοποιηθεί, είναι μια μορφή τέχνης με το πολύτιμο ατού της διαδραστικότητας.

Σε μια ομιλία του με τίτλο «επανεφευρίσκοντας τα παιχνίδια» στο TEDx o NYU Game Center’s Ιnterim Director, Φρανκ Λαντζ, αναλύοντας τη δυνατότητα των παιχνιδιών να δώσουν μια διαφορετική θεώρηση της ζωής κατέληξε: «Υπάρχουν άλλοι τρόποι που τα παιχνίδια μπορούν να παράγουν βαθιές ουσιαστικές έννοιες. Τρόποι που είναι διαφορετικοί από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και το θέατρο», και η έκθεση στο V&A θέλει να το αποδείξει.

​​Η έκθεση «Videogames: Design/Play/Disrupt» θα διαρκέσει μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 2019.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ