ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ
Στ’ αμπέλια
εκδ. Πόλις, 2018

Γενέθλιος τόπος όλων μας, η παιδική ηλικία, λέγεται συχνά, υπάρχει όμως μία ακόμη πιο ιδιαίτερη πατρίδα: είναι τα καλοκαίρια μας. Αν τα μικράτα μας δεν έχουν στιγματιστεί από κάποια αναπάντεχη τραγωδία, όλες οι σημαντικές μας μνήμες έρχονται από εκεί – ξέγνοιαστες αλλά και συχνά αποκαλυπτικές. Το ιδιαίτερο για την προηγούμενη γενιά, βέβαια, είναι ότι οι μνήμες αυτές συνδέονταν με τον κόσμο της ελληνικής υπαίθρου και των αγροτικών κοινωνιών που στη δεκαετία του ’60 ήταν ακόμη ζωντανές, αν και όχι πλέον ακμαίες.

Αυτός είναι ο κόσμος που ανασυστήνει στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, ο οποίος δεν είναι η πρώτη φορά που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για την ηλικία εκείνη (βλ. «Η αδερφή μου», εκδ. Πόλις, το 2012). Ο 5χρονος Ζουμπουλάκης, παρότι θα ’χει μεταναστεύσει οικογενειακώς στην Αθήνα, θα περάσει στο χωριό της Συκιάς (Λακωνία), τόπο της καταγωγής του, εννέα συνεχόμενα καλοκαίρια, μέχρι το 1967. Κάθε καλοκαίρι, για τρεις ολόκληρους μήνες, θα φιλοξενείται στα κτήματα των θείων του, σε ένα τσαρδάκι αυτοσχέδιο, σχεδόν έξω στη φύση, συμμετέχοντας σαν σε παιχνίδι σε όλη τη ζωή των χωρικών.

Επρόκειτο για μια σκληρή ζωή της βιοτής και του συνεχούς κάματου για όλα, από τις αγροτικές εργασίες μέχρι την ικανοποίηση των πιο απλών και μαζί ζωτικών καθημερινών αναγκών. Μικρά χωράφια που προορίζονταν για αυτοκατανάλωση ή πάντως για καλλιέργειες με μικρές αποδόσεις, με βάση προαιώνιες τεχνικές, δεν ήταν ικανά να εξασφαλίσουν τίποτε περισσότερο από τα στοιχειώδη για τις συνήθως πολυμελείς αυτές οικογένειες. Ολα δε απαιτούσαν μεγάλο σωματικό κόπο και πολύ χρόνο, ενώ οι άνθρωποι ήταν διαρκώς έκθετοι στις αναποδιές της φύσης, τις αρρώστιες και τους απροσδόκητους θανάτους (ιδίως των μικρών παιδιών). Είναι, φυσικά, ένας κόσμος στον οποίο δύσκολα σήμερα κάποιος κάτω των 50 ετών μπορεί να έχει αναφορές. Παρ’ όλα αυτά, από τον κόσμο αυτό που εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το ησιόδειο άροτρο και τον ομηρικό αργαλειό, δεν μας χωρίζει παρά μισός αιώνας.

Ο Ζουμπουλάκης μιλάει, βεβαίως, γι’ αυτόν τη στιγμή που φθίνει και καταρρέει. Στην Ελλάδα, την περίοδο εκείνη, έχει ήδη ξεκινήσει το μεγάλο κύμα της αγροτικής εξόδου και της μετανάστευσης στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό που γινόταν και με δραματικότερους όρους. Η ανασύσταση του κόσμου αυτού των χωρικών από τον συγγραφέα δεν είναι, ωστόσο, νοσταλγική. Ο ίδιος, αν και θαυμαστής του Παπαδιαμάντη, δεν είναι κάποιος αστός ιδεολόγος σαν αυτούς που συνήθως κλαψουρίζουν για κάτι «υπέροχο» που χάθηκε, και με το οποίο οι ίδιοι δεν είχαν, στην πραγματικότητα, ουδεμία βιωματική σχέση. Η βαθιά του σύνδεση με τους βασανισμένους αυτούς ανθρώπους και με ένα φυσικό τοπίο συγκλονιστικό δεν κρύβεται, γνωρίζει, ωστόσο, από πρώτο χέρι όλη τη σκληρότητα και τις αντιφάσεις όλων αυτών, και δεν τις ωραιοποιεί. Η εξιδανικευμένη μικρή κοινότητα ήταν εντέλει ένας κόσμος στενότατων οριζόντων, όπου ο χρόνος ήταν ακινητοποιημένος και οι λιγοστοί της κάτοικοι κατατρώγονταν συχνά από φθόνο, ασίγαστα μίση για τα περιουσιακά, από το ποτό και την κατάθλιψη. Ούτε και η περίφημη λαϊκή θρησκευτικότητα ήταν τίποτε το γοητευτικό. Μπορεί ο τυπικός εκκλησιασμός και η ρουτίνα της νηστείας να ήταν μέρος μια μακράς παράδοσης, λίγοι όμως ήταν πραγματικά ένθεοι.

Συνεπώς, τι μας ενδιαφέρουν εμάς όλ’ αυτά; Κι όμως, υπάρχει κάτι που έχει μεγάλη αξία για τον αναγνώστη. Είναι όταν συνειδητοποιεί πόσο εντυπωσιακή είναι η διαδρομή που έχει διανύσει προς τη συλλογική ευδαιμονία, αυτές τις πέντε δεκαετίες, μια πρώην φτωχή χώρα όπως η Ελλάδα. Επρόκειτο ουσιαστικά για το πέρασμα από έναν μεσαιωνικό κόσμο στον κόσμο της μετα-νεωτερικότητας, που σήμαινε πρώτα και κύρια το άλμα από την κοινότητα της ανάγκης στην κοινωνία της επιθυμίας. Και δεν αφορά καθόλου κάτι μακρινό αλλά όσα διαμόρφωσαν τους πατεράδες μας που είναι ακόμη εδώ, παρόντες, έστω και αν ο κόσμος τους είναι νεκρός.

Αν κάτι αμφισβητείται, λοιπόν, με το μικρό αυτό βιβλίο, είναι ο ναρκισσισμός του σύγχρονου ανθρώπου, που ’χει συχνά την ψευδαίσθηση ότι η ιστορία της ανθρωπότητας ξεκινά με τη γέννησή του. Από την άλλη, για την ελληνική κοινωνία, μια κοινωνία παρελθοντολάγνα και με μυθοποιητικές τάσεις, το πιο χρήσιμο θα ήταν να δούμε τι μπορούμε να αξιοποιήσουμε απ’ αυτά για το μέλλον. Οχι για την ανακύκλωση του παρελθόντος.

Το βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια» κυκλοφορεί στις 10 Οκτωβρίου.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ