ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Τζέφρι Ευγενίδης: «Η ενσυναίσθηση θεραπεύει»

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

«H λογοτεχνία δεν είναι το κατάλληλο όχημα για πολιτικές δηλώσεις», είπε ο Τζέφρι Ευγενίδης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Αν είσαι τόσο έξυπνος, πως και δεν είσαι πλούσιος;», είναι η πρώτη φράση από το «Μεγάλο Πείραμα» του Τζέφρι Ευγενίδη που συμπυκνώνει την αγωνία της σύγχρονης Αμερικής. Στο διήγημα, που περιλαμβάνεται στη συλλογή «Δελτία Παραπόνων» (εκδ. Πατάκη), ο Κένταλ είναι ένας έξυπνος άνθρωπος του πνεύματος και των γραμμάτων που βλέπει τους γύρω του να πλουτίζουν και να οδηγούν Ρέιντζ Ρόβερ, ενώ εκείνος δεν μπορεί να έχει θέρμανση στο σπίτι του. Ο συγγραφέας έγραψε το διήγημα την εποχή του Τζορτζ Μπους, πριν την αμερικανική οικονομική κρίση και ενώ διάβαζε τις παρατηρήσεις του Τοκβίλ στο έργο του «Η Δημοκρατία της Αμερικής».

Οι ομοιότητες ήταν πολλές παρά τη διαφορά περίπου τριών αιώνων, αλλά η μεγάλη διαφορά ήταν στην κατανομή του πλούτου. «Οταν γράφω, μιλάω για τους ανθρώπους, δεν ξεκινάω με την πολιτική, η λογοτεχνία δεν είναι το κατάλληλο όχημα να κάνεις πολιτικές δηλώσεις. Με το “Μεγάλο Πείραμα” έγραψα μια ιστορία που δεν ήταν μόνο για την προεδρία του Μπους, αλλά νομίζω παραμένει επίκαιρη και σήμερα. Η ανισότητα του πλούτου είναι πρόβλημα στις ΗΠΑ», σημείωσε.

Μεγαλωμένος στο βιομηχανικό Ντιτρόιτ, την πάλαι ποτέ καρδιά του αμερικανικού ονείρου που παρήκμασε, πτώχευσε και πέρασε από τους Δημοκρατικούς στους Ρεπουμπλικανούς, ο κ. Ευγενίδης μίλησε για την ενσυναίσθηση, την κατανόηση του τρόπου σκέψης των συμπατριωτών του που στράφηκαν στον Ντόναλντ Τραμπ. «Ακούω πολλά στις ειδήσεις που δεν είναι ορθολογικά, έχουμε δαιμονοποιήσει την άλλη πλευρά. Θα συμφωνήσω με τον συγγραφέα Τζορτζ Σόντερς ότι η ενσυναίσθηση είναι που μπορεί να θεραπεύσει τον διχασμό στη χώρα», τόνισε.

Ντυμένος απλά, σεμνός και προσγειωμένος, ο Τζέφρι Ευγενίδης βρέθηκε χθες στην Αθήνα στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Πρωτεύουσας Βιβλίου, ενώ μία μέρα νωρίτερα επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη. Επιφυλακτικός, δεν ήθελε να εκφραστεί με κατηγορηματικό τρόπο για την Ελλάδα της κρίσης, καθώς δεν πρόλαβε να παρατηρήσει εις βάθος τα πράγματα, ενώ το συναίσθημα και οι ελπίδες του, είπε, είναι αλληλένδετες. «Τα πράγματα δεν φαίνονται τόσο άσχημα όσο περίμενα. Δεν είμαι σίγουρος τι περίμενα να δω, στη Νέα Υόρκη βλέπω για παράδειγμα άστεγους ανθρώπους κάθε μέρα», τόνισε, δίνοντας το παράδειγμα την κατάσταση στο Ντιτρόιτ. «Είδα σημάδια της κρίσης έξω από το κέντρο της Θεσσαλονίκης, που κρύβουν μια αναταραχή κάτω από την επιφάνεια. Οπως στο Ντιτρόιτ, τα πράγματα μπορεί να πάνε καλύτερα αλλά έχει πολύ δρόμο ακόμα, νομίζω ότι κάπως έτσι είναι τα πράγματα και εδώ», σημείωσε.

O Tζέφρι Ευγενίδης έγινε ευρύτερα γνωστός από το βιβλίο του «Αυτόχειρες Παρθένοι» που μεταφέρθηκε στο σινεμά και από το βραβευμένο με Πούλιτζερ «Middlesex», που άλλαξε τη λογοτεχνική εκπροσώπηση των διεμφυλικών ατόμων και πυροδότησε τη συζήτηση για τη ρευστότητα των φύλων, ένα εξαιρετικά επίκαιρο ζήτημα γραμμένο από τον συγγραφέα το 2002. «Τότε έπρεπε να εξηγήσω στους αναγνώστες την έμφυλη ταυτότητα, για κάποιους το θέμα του βιβλίου ήταν απωθητικό», σημείωσε και τόνισε ότι το μυθιστόρημα στον πυρήνα του εκφράζει «την ελεύθερη θέληση, ότι δεν είμαστε εγκλωβισμένοι σε ένα γονιδιακό σύμπαν».

Ο Ροθ και η μητέρα του

Στιγμιότυπα και πρόσωπα της ζωής του είναι παρόντα στα κείμενά του χωρίς να αυτοβιογραφείται ο ίδιος. Στις «Παραπονιάρες», το διήγημα με το οποίο ανοίγει το «Δελτίο Παραπόνων», ο 58χρονος συγγραφέας λέει μια τρυφερή ιστορία για τη μητέρα του που έπασχε από άνοια. Ηταν ένας τρόπος να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της γυναίκας που όταν εκείνος σπούδαζε του έστελνε, μας είπε, δέματα με βιβλία για νέους που προσπαθούν να γίνουν συγγραφείς. «Ηταν ένας τρόπος να στηρίξει τις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες», είπε. Εκείνη την περίοδο μάλιστα, μας αποκάλυψε ότι τα διαβάσματά του δεν περιελάμβαναν τους «βασιλιάδες» της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, όπως τον Φίλιπ Ροθ ή τον Τζον Απντάικ. «Ηταν πολύ ζωντανοί», όπως είπε χαριτολογώντας για την έμφαση που έδινε ως σπουδαστής κυρίως στους κλασικούς (και αείμνηστους) Αμερικανούς συγγραφείς. Ωστόσο, ο Φίλιπ Ροθ επηρέασε τη δουλειά του. «Στην αρχή διέγραψα την ελληνική μου πλευρά και δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω τα μεγάλα ελληνικά ονόματα στους χαρακτήρες μου. Σταδιακά όμως άρχισα να βάζω μικρές λεπτομέρειες της ζωής μου μέσα στα βιβλία και οι αναγνώστες άρχισαν να ενδιαφέρονται. Πρόσωπα όπως ο Ροθ με βοήθησαν να ανακαλύψω το υλικό μου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ