Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Το δηλητήριο της επιθετικότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι τραγωδίες, τα συγκλονιστικά γεγονότα που μας βγάζουν από την καθημερινότητα, αναδεικνύουν τις αντιλήψεις και τις συμπεριφορές της κοινωνίας και του καθενός. Το 2000, η βύθιση του «Εξπρές Σαμίνα», με την απώλεια 81 ατόμων, ανέδειξε την εγκληματική προχειρότητα που συχνά επιτρέπουμε να εισχωρεί εκεί όπου απαιτείται άψογος επαγγελματισμός. «Αυτή είναι η Ελλάδα», δήλωσε τότε ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης. Η απώλεια του «Ηράκλειον» το 1966, με τουλάχιστον 247 νεκρούς, βύθισε στο πένθος εκατοντάδες οικογένειες στα Χανιά και στο Ρέθυμνο και οδήγησε στην ίδρυση ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας λαϊκής βάσης, που σήμανε και τον εκσυγχρονισμό της ακτοπλοΐας στη γραμμή της Κρήτης. Στο παρελθόν οι συγκινήσεις και οι αντιδράσεις μας βρίσκονταν στο φάσμα μεταξύ μοιρολατρίας και αποφασιστικότητας. Σήμερα, αν κρίνουμε από πρόσφατα συνταρακτικά γεγονότα, κυριαρχούν η οργή και το μίσος.

Η τραγωδία στο Μάτι όφειλε να ενώσει το έθνος σε ένα ενιαίο πένθος, σε μια εθνική αφύπνιση, στην αναγνώριση των χρόνιων πολεοδομικών προβλημάτων και θεσμικών δυσλειτουργιών που θέτουν τους πολίτες σε όλη τη χώρα σε κίνδυνο. Η συνειδητοποίηση ότι πρέπει να αλλάξουμε μια νοοτροπία και συμπεριφορές που καλλιεργήθηκαν εδώ και δεκαετίες θα συνέβαλε στην αναζήτηση αποφασιστικών λύσεων. Αντί γι’ αυτό, όμως, η κυβέρνηση, ανίκανη να διαχειριστεί το μέγεθος της συμφοράς, «ακούμπησε» στη μόνη τακτική που γνωρίζει, καταγγέλλοντας έως και τα θύματα για ό,τι συνέβη. Οι ακραίες φωνές στα κοινωνικά δίκτυα και η αναμενόμενη επίθεση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ενθάρρυναν κυβερνητικούς παράγοντες να συμπεριφερθούν σαν να είχαν να διαχειριστούν απλώς μια κομματική αντιπαράθεση και όχι μια εθνική καταστροφή. Η αντιπολίτευση φέρθηκε με μεγαλύτερη ωριμότητα, παρουσιάζοντας προτάσεις για την αποφυγή τέτοιων απωλειών ανθρώπων στο μέλλον, αλλά και αυτές χάθηκαν μέσα στην καθημερινή κομματική σύγκρουση.

Γιατί, όμως, τόσο μίσος όταν οι συνθήκες απαιτούν συνεννόηση και σύμπραξη; Το ερώτημα μας απασχολεί από την αρχή της κρίσης. Η εύκολη απάντηση είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Καμμένος επένδυσαν στην καλλιέργεια κλίματος διχασμού και στην ανηλεή καταγγελία των πολιτικών αντιπάλων. Με ψέματα («αυταπάτες», κατά τον κ. Τσίπρα) κατέκτησαν την εξουσία. Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτή η τακτική που τους βοήθησε – η αποτυχία των «κομμάτων εξουσίας» ήταν αυταπόδεικτη και υπήρχε μια ανάγκη για την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού με ανθρώπους και δυνάμεις που δεν είχαν «σπιλωθεί» από την εξουσία. Το κακό είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επένδυσε στην ανάγκη για νέες αντιλήψεις και συμπεριφορές: αφενός, συνέχισε να προβάλλει εαυτόν ως επαναστατική δύναμη, κατηγορώντας και απορρίπτοντας άλλες πολιτικές δυνάμεις· αφετέρου, υιοθέτησε τις κακές πρακτικές που πάντα μάστιζαν την πολιτική και την κοινωνία, επιδιώκοντας τα μέγιστα οφέλη από τη νομή της εξουσίας. Αυτή η συμπεριφορά προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του υπόλοιπου πολιτικού κόσμου, ο οποίος μπορούσε να ξεφύγει από τις δικές του ευθύνες από το παρελθόν και να κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για υποκρισία και ανικανότητα. Σπανίως η πολιτική αντιπαράθεση βασίζεται σε επιχειρήματα και στην αναζήτηση λύσεων· συνήθως ο ένας επιδιώκει τη συντριβή του άλλου. Ετσι, τον τόνο θέτει η ακραία επιθετικότητα – και κάποιοι κυβερνητικοί παράγοντες διακρίνονται κυρίως γι’ αυτό. Σε αυτό το σκηνικό, η αποδοχή ευθυνών ισοδυναμεί με ομολογία, αποκαρδιώνει τους οπαδούς και ουδείς εκτιμά αυτή την «ειλικρίνεια»· αντιθέτως, η επιθετικότητα συσπειρώνει τους οπαδούς και επιτρέπει στο πολιτικό σύστημα να αναπαραγάγει τη φαυλότητα και την εγκληματική αναποτελεσματικότητά του.

Αυτός ο «οπαδισμός» δεν είναι μόνο κομματικός – έχει εισχωρήσει παντού και χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για τα αδικαιολόγητα. Η «αλήθεια» και η «πραγματικότητα» δεν αποτελούν βάσεις για αντιμετώπιση προβλημάτων, παρά μόνο τι πιστεύει ο καθένας από πριν. Ο θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου είναι μια προειδοποίηση των κινδύνων αυτής της νοοτροπίας. Οι δικλίδες ασφαλείας της κοινωνίας δεν λειτούργησαν ώστε ο άνθρωπος αυτός να μη βρεθεί εκτεθειμένος σε τέτοιο κίνδυνο και αυτοί που τον χτύπησαν να είχαν συγκρατηθεί. Και εδώ, τη στιγμή που τα επικίνδυνα ρήγματα χρειάζονται γεφύρωση και οι πληγές επούλωση, η δημόσια συζήτηση εντείνει το πρόβλημα. Δράστες και θύματα μπερδεύονται στις διαφορετικές αφηγήσεις, παντού διαχέεται η αίσθηση της αδικίας, προκαλώντας περαιτέρω οργή και διάθεση για αυτοδικία. Πρέπει να διευκρινιστεί ακριβώς τι συνέβη στο κοσμηματοπωλείο, τι προκάλεσε τον θάνατο του θύματος και να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα εναντίον όσων ευθύνονται για αυτό αλλά και για την αποφυγή τέτοιων καταστάσεων. Πόσοι, όμως, θα πιστέψουν στην αξιοπιστία της έρευνας και στο καλοπροαίρετο των προτάσεων;

Οσο κυριαρχούν η καχυποψία και ο διχασμός, τόσο η άμεση αντίδραση σε κάθε απειλή είναι η επίθεση. «Κάλλιο η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου», έμαθε ο λαός σε εποχές που δεν υπήρχε εμπιστοσύνη στους θεσμούς, όταν μοναδικό κριτήριο συμπεριφοράς ήταν «αυτοί ή εμείς». Η επιθετικότητα ως πολιτικό όπλο έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην οπισθοδρόμηση της κοινωνίας από κάποια πρόοδο που επιτεύχθηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Για να ξεφύγουμε απ’ αυτές τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές χρειάζεται καθολική κοινωνική απαίτηση και σθεναρή βούληση απ’ όλο το πολιτικό φάσμα. Δεν βρισκόμαστε εκεί ακόμη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ