ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τις πολιτισμικές πτυχές του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας αναδεικνύει μελέτη της PricewaterhouseCoopers που βρίσκεται στη διάθεση της «Κ». Η μελέτη, με τίτλο «Culture, Competitiveness and Wealth» («Κουλτούρα, Ανταγωνιστικότητα και Πλούτος»), ομαδοποιεί 61 χώρες σε πολιτισμικές κατηγορίες και επιχειρεί να αντλήσει συμπεράσματα για τις κατάλληλες πολιτικές ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας ανάλογα με την επικρατούσα κουλτούρα σε καθεμία.

Οι ερευνητές της PwC επικαλούνται τις έξι διαστάσεις της εθνικής κουλτούρας όπως τις διατύπωσε ο κοινωνικός ψυχολόγος Χέερτ Χόφστεντε: κατανομή εξουσίας (ο βαθμός στον οποίο η κοινωνία αποδέχεται ιεραρχικές δομές και ανισότητες ισχύος)· ατομικισμός (ο βαθμός στον οποίο τα άτομα νιώθουν ανεξάρτητα και όχι μέλη ευρύτερων ομάδων)· αρρενωπότητα (οι πιο αρρενωπές κοινωνίες ανταμείβουν όσους διεκδικούν δυναμικά την πρωτιά, οι πιο θηλυκές δίνουν έμφαση στη συνεργασία και στη συναίνεση)· αποφυγή αβεβαιότητας (ανοχή ή μη στην αλλαγή και στο άγνωστο)· μακροπρόθεσμος προσανατολισμός (η στάση απέναντι στο μέλλον και στην ανάγκη σχεδιασμού ώστε να προετοιμαστεί η κοινωνία γι’ αυτό)· ικανοποίηση επιθυμιών (ο βαθμός στον οποίο την επιτρέπει η κοινωνία).

Βάσει των διαστάσεων αυτών, οι χώρες που συμπεριλαμβάνονται στη μελέτη της PwC χωρίζονται σε έξι ομάδες. Στην ομάδα των ανεπτυγμένων χωρών Α ανήκουν χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης αλλά και αγγλόφωνες πρώην αποικίες (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία). Η προτεσταντική αυτή ομάδα χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα ατομικισμού και ικανοποίησης επιθυμιών (έμφαση στην κατανάλωση), μεγάλη ανοχή στην αβεβαιότητα, ανυπαρξία μακροπρόθεσμου προσανατολισμού και έντονη αντίδραση κατά της ανισοκατανομής της εξουσίας.

Στην ομάδα ανεπτυγμένων χωρών Β βρίσκονται η Γαλλία, η Ιταλία, χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και η Ιαπωνία. Οι χώρες αυτές συνδυάζουν χαμηλό βαθμό ικανοποίησης επιθυμιών με μακροπρόθεσμο προσανατολισμό και αποφυγή αβεβαιότητας. Οπως και στην ανεπτυγμένη ομάδα Α, είναι χαμηλή η αποδοχή των ανισοτήτων στην κατανομή της εξουσίας.

Η Ελλάδα ανήκει στην τρίτη ομάδα, των «αναπτυσσόμενων χωρών», μαζί με άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία), χώρες των Βαλκανίων, την Τουρκία και χώρες της Ασίας και της Νότιας Αμερικής. Οι χώρες αυτές επιδεικνύουν ιδιαίτερα έντονη τάση αποφυγής της αβεβαιότητας, σχεδόν καθόλου μακροπρόθεσμο προσανατολισμό, απουσία ατομικισμού και ισχυρή αποδοχή της άνισης κατανομής της εξουσίας. Η ομάδα αυτή χωρίζεται σε δύο υπο-ομάδες, με την Ελλάδα να εντάσσεται στην πιο ανεπτυγμένη εξ αυτών.

Στην τέταρτη ομάδα, των «ευρωασιατικών αναπτυσσόμενων χωρών», ανήκουν η Ρωσία, οι χώρες της Βαλτικής, η Βουλγαρία, η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα και το Πακιστάν. Τα διακριτικά τους χαρακτηριστικά είναι η αποφυγή της αβεβαιότητας, η αποτροπή της ικανοποίησης των επιθυμιών και ο μακροπρόθεσμος προσανατολισμός. Η «ασιατική» ομάδα (που περιλαμβάνει τη Σλοβακία) συνδυάζει την ισχυρή αποδοχή των ιεραρχικών δομών εξουσίας με τη χαμηλή ικανοποίηση επιθυμιών, την απουσία ατομικισμού και την ακραία τάση αποφυγής της αβεβαιότητας. Τέλος, οι χώρες της νοτιοαμερικανικής (Καθολικής) ομάδας αποφεύγουν κι αυτές την αβεβαιότητα και αποδέχονται τις ιεραρχικές δομές, αλλά μεγιστοποιούν την ικανοποίηση επιθυμιών και δεν σχεδιάζουν για το μέλλον.

Ιδιάζοντα χαρακτηριστικά

Η Ελλάδα, όπως προκύπτει από τη μελέτη της PwC, έχει κάποια ιδιάζοντα χαρακτηριστικά. Εχει τον υψηλότερο βαθμό μεταξύ των 61 χωρών στην κατηγορία της αποφυγής της αβεβαιότητας, που παίζει κρίσιμο ρόλο στην ανταγωνιστικότητα (οι ριζικές μεταρρυθμίσεις καθίστανται εξαιρετικά δυσχερείς σε ένα τέτοιο περιβάλλον). Η ελληνική κουλτούρα απέχει σημαντικά από αυτή των ανεπτυγμένων χωρών όσον αφορά τη στάση απέναντι στην κατανομή της εξουσίας, στον ρόλο του ατομικισμού στο κοινωνικό γίγνεσθαι και (σε σύγκριση με την ανεπτυγμένη ομάδα Β) στον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό. Συγκρίνοντας το κατά κεφαλήν ΑΕΠ με την ανταγωνιστικότητα της χώρας σύμφωνα με τις μετρήσεις του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, αναδεικνύεται το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα, μετά την κάθετη πτώση των εισοδημάτων των Ελλήνων στη δεκαετία της κρίσης, η Ελλάδα παραμένει πολύ πιο πλούσια από το επίπεδο που δικαιολογείται από την ανταγωνιστικότητά της ως οικονομία.

Το ελληνικό πολιτισμικό πλέγμα, εξηγεί ο Κώστας Μητρόπουλος, εντεταλμένος σύμβουλος της PwC Ελλάδος, «εστιάζει στη διαφύλαξη κεκτημένων και ορθώνει αντιστάσεις σε οποιαδήποτε αλλαγή, ειδικά αν επιβάλλεται εξωτερικά, στηριζόμενη στη μη αναγνώριση των δυσκολιών του μέλλοντος και στην απουσία συστηματικής επιχειρηματικότητας».

Η ευκαιρία και ο κίνδυνος

Η ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας, όπως εξηγούν οι ερευνητές της PwC, ενισχύεται όσο η κουλτούρα της χώρας ευνοεί τον ατομικισμό, την ικανοποίηση επιθυμιών και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό· αντιθέτως, υποσκάπτεται σε μια κουλτούρα αποφυγής της αβεβαιότητας και αποδοχής της άνισης κατανομής της εξουσίας. Η μόνη διάσταση της κουλτούρας που δεν έχει κάποια στατιστική συσχέτιση με το επίπεδο ανταγωνιστικότητας είναι η αρρενωπότητα της κοινωνίας.
 
Με βάση τα δεδομένα αυτά, η μελέτη καταθέτει οδηγίες πολιτικής που ανταποκρίνονται στις πέντε διαστάσεις της εθνικής κουλτούρας που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα. Σύμφωνα με αυτές, οι πολιτικές που θα εφαρμοστούν τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα πρέπει: να ενισχύσουν τα δίκτυα λήψης αποφάσεων αντί των ιεραρχικών δομών· να στηρίξουν την επιχειρηματικότητα και άλλες μορφές ανάδειξης της ατομικής πρωτοβουλίας· να αμβλύνουν τον φόβο της αλλαγής παρέχοντας διαύγεια για τις συνέπειες μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων και λαμβάνοντας μέτρα προστασίας για τους «χαμένους»· να καταρτίσουν μακροπρόθεσμα σχέδια για την Παιδεία και να προωθούν την κοινωνική κινητικότητα.
 
Η εφαρμογή τέτοιου είδους πολιτικών μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας κατά 25% και σε διπλασιασμό του εθνικού πλούτου, σημειώνει η μελέτη της PwC. Αν, αντιθέτως, δεν δοθεί έμφαση στην πολιτισμική πτυχή της ανταγωνιστικότητας, η Ελλάδα κινδυνεύει να διολισθήσει οριστικά στην κατηγορία των αναπτυσσόμενων χωρών.
Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ