ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στη σκιά της απόφασης της ιταλικής κυβέρνησης να ξεπεράσει τα αποδεκτά από την Ε.Ε. όρια για το έλλειμμα του προϋπολογισμού της, η οποία οδήγησε τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων σε νέα άνοδο, αλλά και ενόψει της απόφασης της κυβέρνησης να διεκδικήσει τη μη μείωση των συντάξεων, ενισχύεται το σενάριο παραπομπής για τον επόμενο χρόνο της νέας απόπειρας εξόδου της Ελλάδας στις αγορές, το οποίο –ούτως ή άλλως– ήταν το επικρατέστερο στο υπουργείο Οικονομικών το τελευταίο διάστημα.

Η στρατηγική του υπουργείου βασίζεται στο σκεπτικό ότι τα 33 δισ. ευρώ των ταμειακών διαθεσίμων της χώρας και του «μαξιλαριού» που εξασφάλισε με την απόφαση του Eurogroup του Ιουνίου είναι αρκετά για να του επιτρέψουν αποχή από τα επικίνδυνα νερά των αγορών, έως ότου οι αποδόσεις των ελληνικών τίτλων υποχωρήσουν σε χαμηλότερα επίπεδα. Ετσι, τα σχέδια διαμορφώνονται για το 2019, εκτός φυσικά εάν δοθεί κάποια ευκαιρία εν τω μεταξύ, πιθανότητα που απομακρύνεται μετά την εξέλιξη της ιταλικής υπόθεσης Η αναμονή δεν μπορεί, πάντως, να κρατήσει για πολύ. Οι τεχνοκράτες της αγοράς ομολόγων σημειώνουν ότι τα προγράμματα έκδοσης ομολόγων κάθε χρονιάς είναι εμπροσθοβαρή και με το σκεπτικό αυτό το υπουργείο διαμορφώνει το δικό του, για την κάλυψη των αναγκών του 2019. Θα το ανακοινώσει, όπως έχει πει ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, στο τέλος του χρόνου.

Στη βάση του σχεδιασμού είναι η σταδιακή αξιοποίηση του «μαξιλαριού». Σύμφωνα με πληροφορίες από ευρωπαϊκές πηγές, υπάρχει κατανόηση μεταξύ δανειστών και ελληνικής πλευράς ότι το «μαξιλάρι» θα χρησιμοποιηθεί σταδιακά. Τα πρώτα 2 δισ. ευρώ θα δοθούν για την κάλυψη των δανειακών αναγκών του 2019 και επιπλέον 2,4 δισ. ευρώ για το 2020 και 2,4 δισ. ευρώ για το 2021. Αν τηρηθεί αυτός ο σχεδιασμός, αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό Δημόσιο θα αναζητήσει από τις αγορές περίπου 7-8 δισ. ευρώ το 2019, δεδομένου ότι προσβλέπει και σε επιστροφές κερδών 1,8 δισ. ευρώ από ελληνικά ομόλογα της ΕΚΤ και των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών (SMPs και ANFAs). Κατά τις πληροφορίες, το υπουργείο Οικονομικών εξακολουθεί να θεωρεί σημαντική την έκδοση ενός 10ετούς ομολόγου, ως κορωνίδα της επιστροφής στην κανονικότητα, ενώ στα σχέδιά του υπάρχει επιπλέον η έκδοση ενός πενταετούς και ίσως και ενός νέου επταετούς ομολόγου, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδόσεις θα έχουν επιστρέψει τουλάχιστον στα επίπεδα που ήταν τον προηγούμενο χρόνο. Mια πρώτη έξοδος στις αγορές θεωρείται απαραίτητη προκειμένου να ξεκινήσει και το πρόγραμμα επαναγοράς «ακριβού» χρέους, με πόρους από το «μαξιλάρι», όπως επίσης προβλέπει η συνεννόηση με τους δανειστές. Προτεραιότητα θα δοθεί στην επαναγορά των περίπου 2 δισ. ευρώ του ΔΝΤ, που λήγουν το 2019. Επιδίωξη είναι να αγοραστούν συνολικά 5 δισ. ευρώ (από τα 10,2 δισ. ευρώ του χρέους προς το ΔΝΤ), τα οποία επιβαρύνονται με επιτόκιο 4,9%. Η επαναγορά χρεους προς την ΕΚΤ είναι επίσης προς συζήτηση, όπως και το ενδεχόμενο μείωσης των εντόκων γραμματίων.

Τα σχέδια αυτά προϋποθέτουν, βεβαίως, ότι δεν θα υπάρξουν αρνητικές εκπλήξεις, που να επιδεινώσουν τις συνθήκες στην αγορά, αλλά αντίθετα θα εμπεδωθεί ένα κλίμα επιστροφής στην ομαλότητα. Αυτό μπορεί να διαταραχθεί ανά πάσα στιγμή, όπως για παράδειγμα, με την Ιταλία, της οποίας μια εξέλιξη προς το δυσμενέστερο στο μέλλον δεν αποκλείουν οι αναλυτές. Επίσης, ανατροπή μπορεί να υπάρξει και λόγω εσωτερικών εξελίξεων, όπως για παράδειγμα με το θέμα των συντάξεων και του ελληνικού προϋπολογισμού. Ως προς τον τελευταίο θα έχουμε μία ένδειξη τη Δευτέρα, αφού οι αγορές πιθανότατα θα αντιδράσουν με θετικό ή αρνητικό τρόπο, ανάλογα με το πώς θα κρίνουν το περιεχόμενο του προσχεδίου. Το γεγονός ότι η Moody’s δεν προχώρησε σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και επανέλαβε στη συνέχεια ότι μια ανατροπή των μεταρρυθμίσεων που συμφωνήθηκαν –στις οποίες σαφώς περιλαμβάνεται η περικοπή των συντάξεων– μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε υποβάθμιση, δείχνει ότι ο δρόμος για τη νέα επιστροφή στις αγορές προβλέπεται γεμάτος αναταράξεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ