ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​τα τέσσερα προηγούμενα «Σημειώματα» επικεντρωθήκαμε στις δημογραφικές εξελίξεις και πώς αυτές αποτελούν τη βάση για το μέγεθος που θα έχει μακροπρόθεσμα η οικονομία. Στο γενικό πλαίσιο των δημογραφικών εξελίξεων, ενδέχεται η οικονομία μιας χώρας να αναπτυχθεί ταχύτερα απ’ όσο θα επέτρεπε ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού της εφόσον υπάρχει μια δεξαμενή ανέργων από την οποία θα μπορούσαν να αντληθούν επιπλέον εργαζόμενοι, μέχρι να μειωθεί το ποσοστό της ανεργίας στο « φυσικό» επίπεδο. Στη συνέχεια, η δυνητική ανάπτυξη της οικονομίας θα εξαρτάται και πάλι από τις δημογραφικές εξελίξεις.

Στα προηγούμενα «Σημειώματα» τονίσαμε επίσης πως οι δημογραφικές εξελίξεις καθορίζουν το μέγεθος της οικονομίας, αλλά όχι το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων. Αυτό δεν εξαρτάται από το μέγεθος της οικονομίας αλλά από την αποδοτικότητα, η οποία ενισχύεται από τη συνεχή αναζήτηση για καλύτερη χρήση των πόρων μέσω της υιοθέτησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Τα αναδείξαμε όλα αυτά εξετάζοντας τη χρονική εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας –, δηλαδή πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να παραγάγει μια μονάδα εργασίας σε δεδομένο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι που έχει πραγματική σημασία, μακροπρόθεσμα.

Σε αυτό το «Σημείωμα» εξετάζουμε παράλληλα τις δημογραφικές εξελίξεις και την παραγωγικότητα, εξετάζοντας άμεσα τη δυναμική του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα σε βάθος χρόνου – 110 χρόνια για την ακρίβεια. Εχω ερευνήσει τα δεδομένα για το πραγματικό ΑΕΠ από το 1970 και μετά, και συνδυάζοντας τις πλέον πρόσφατες προβολές για τις δημογραφικές εξελίξεις με τη φιλόδοξη υπόθεση πως η Ελλάδα πρέπει να θέσει ως στόχο την επίτευξη παραγωγικότητας 1,5% τον χρόνο, μπορούμε να κατασκευάσουμε ένα αφήγημα του πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί το πραγματικό ΑΕΠ μέχρι το 2080. Δεδομένου πως μιλάω για το μέλλον, δεν μπορώ να προσφέρω εγγύηση για το πώς θα εξελιχθεί αυτό.

Στο γράφημα 1 αποτυπώνεται ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα από το 1970 μέχρι το 2080 (βασικό σενάριο). Μέχρι το 2017 τα στοιχεία είναι αυτά που έχουν καταγραφεί. Από το 2018 και μετά τα στοιχεία προκύπτουν υποθέτοντας ότι το σημερινό υψηλό ποσοστό ανεργίας μειώνεται σταδιακά στο 7,5% στη δεκαετία του 2020, και στη συνέχεια καθορίζονται και πάλι σε μεγάλο βαθμό από τον ρυθμό μεταβολής του πληθυσμού και από τον εξαρτώμενο από αυτόν ρυθμό μεταβολής της απασχόλησης. Συνδυάζω αυτή τη δυνητική αύξηση της απασχόλησης με σταδιακή βελτίωση, τα επόμενα πέντε με δέκα χρόνια, της παραγωγικότητας της εργασίας από το σημερινό χαμηλό επίπεδο (κοντά στο μηδέν) στο 1,5% τον χρόνο.

Στο γράφημα 1 μπορεί να διαπιστώσει κανείς πως ο ρυθμός ανάπτυξης ενδέχεται να διαφέρει σημαντικά από χρόνο σε χρόνο. Στις προβολές δεν αποτυπώνεται αυτή η μεταβλητότητα, διότι υποθέτουμε πως η οικονομία αναπτύσσεται σταδιακά. Στην πραγματικότητα, θα υπάρξουν ανοδικές και καθοδικές περίοδοι. Σημαντικό έργο της πολιτικής είναι να περιορίζει στον ελάχιστο βαθμό αυτή τη μεταβλητότητα και να διαχειρίζεται την οικονομία αντικυκλικά. Η μεταβλητότητα ισούται με αβεβαιότητα και αυτή πλήττει την ευημερία, όπως φάνηκε από την εμπειρία της δεκαετίας του 2010 με τους έντονα αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επειδή τα ιστορικά στοιχεία περιλαμβάνουν έντονες διακυμάνσεις, θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε τον μέσο όρο της ανάπτυξης από το παρελθόν μέχρι και τις προβολές για το μέλλον. Ετσι, προκύπτει το σενάριο για τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο της ανάπτυξης και με βάση τις υποθέσεις που έχουμε περιγράψει. Αυτή, λοιπόν, η πιο ομαλή γραμμή με τον ρυθμό μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ μακροπρόθεσμα αποτυπώνει τον μέσο όρο των ιστορικών δεδομένων. Θεωρούμε πως αυτή η γραμμή αντιπροσωπεύει την υποκείμενη δυνητική ή αλλιώς τη μακροπρόθεσμη τάση αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδας.


Μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η μακροπρόθεσμη τάση αύξησης του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν μεταξύ 5% και 10%. Η δραστηριότητα στις κατασκευές ήταν σημαντική, καθώς ανοικοδομείτο η χώρα και η ανάκαμψη επέτρεψε τη μεγέθυνση της οικονομίας.

Μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η μακροπρόθεσμη τάση αύξησης του ΑΕΠ ήταν στην Ελλάδα μεταξύ 5% και 10%. Η δραστηριότητα στις κατασκευές ήταν σημαντική, καθώς ανοικοδομείτο η χώρα και η ανάκαμψη επέτρεψε τη μεγέθυνση της οικονομίας. Επίσης, ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού και της απασχόλησης ήταν πολύ υψηλότερος απ’ ό,τι σήμερα, κάτι που αποτυπώνεται και στον πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης και στη μακροπρόθεσμη τάση στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Στη συνέχεια, καθώς είχε προχωρήσει η ανοικοδόμηση και άρχισε να μειώνεται ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, τόσο ο πραγματικός ρυθμός ανάπτυξης όσο και η μακροπρόθεσμη τάση σταθεροποιήθηκαν γύρω στο 2,5% κατά τις δεκαετίες 1980-1990. Η Ελλάδα εισήλθε στην Ευρωζώνη το 2000 και ακολούθησε μεγάλη πιστωτική επέκταση, καθώς υπήρξε απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και υποχώρησε ο κίνδυνος συναλλαγματικής ισοτιμίας: Ο ρυθμός ανάπτυξης αυξήθηκε γύρω στο 4% τον χρόνο κατά μέσον όρο τη δεκαετία του 2000, ωστόσο άρχισε να υποχωρεί ο ρυθμός δυνητικής ανάπτυξης, καθώς η βασισμένη στον δανεισμό ανάπτυξη άρχισε να δημιουργεί απειλές για την οικονομία.

Οπως φαίνεται στο γράφημα 1, η πραγματική ανάπτυξη ήταν υψηλότερη από τη μακροπρόθεσμη τάση στη δεκαετία του 2000 και πως υποχώρησε πολύ κάτω από αυτήν στη δεκαετία του 2010. Επειτα από μία μέτριας έκτασης υποχώρηση το 2015, είμαστε το 2018 στο σημείο όπου η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί για μερικά χρόνια, με βάση όλες τις υποθέσεις που έχουμε κάνει, πάνω από τη μακροπρόθεσμη τάση διότι πολλοί άνεργοι βρίσκουν και πάλι εργασία. Πρόκειται για ελπιδοφόρα εξέλιξη για τη δεκαετία του 2020, διότι αν υπάρξει προσεκτική διαχείριση της οικονομίας αυτή θα μπορούσε να αναπτύξει και πάλι δυναμική. Στις προβολές που αποτυπώνονται στο γράφημα 1 ο ρυθμός ανάπτυξης ενδέχεται να κυμανθεί γύρω στο 2% για κάποιο διάστημα, χάρη στην ανάκαμψη της απασχόλησης και τη σταδιακή αποκατάσταση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας. Οπως είναι αναμενόμενο, αυτή η ανάκαμψη πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τη δεκαετία του 2030, διότι οι δημογραφικές εξελίξεις θα αποκτούν μεγαλύτερο βάρος. Στις δεκαετίες του 2030 και του 2040 είναι πολύ πιθανό να έχει η Ελλάδα πολύ χαμηλό ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης, απλώς και μόνο διότι θα μειώνεται ο πληθυσμός και η απασχόληση σύμφωνα με τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις. Μέχρι τη δεκαετία του 2050 θα έχει εμφανιστεί μια νέα γενιά και θα ανακάμψει ελαφρώς ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, εξέλιξη που, αν συνδυαστεί με ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας 1,5% τον χρόνο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 1% τον χρόνο.

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τη δεκαετία του 2000 «το μακρύ θερμό καλοκαίρι της ανάπτυξης» της ελληνικής οικονομίας, όταν είχε ενισχυθεί από το ευρώ, τους Ολυμπιακούς Αγώνες και το θετικό κλίμα, καθώς η Ελλάδα είχε κατακτήσει το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα στο ποδόσφαιρο. Ομως κάτω από την επιφάνεια επιβραδυνόταν ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού, ενώ μαζεύονταν σύννεφα στον ορίζοντα επειδή αυτό το μακρύ θερμό καλοκαίρι είχε χρηματοδοτηθεί με έκδοση χρέους και όχι με έκδοση μετοχών. Το καλοκαίρι έληξε εν μέσω «τέλειας καταιγίδας», που εκδηλώθηκε από το 2009 και μετά. Η Ελλάδα βρέθηκε στην πορεία της καταιγίδας εξαιτίας της υπερβολικής συσσώρευσης χρέους. Αυτό που προκάλεσε την τέλεια καταιγίδα ήταν η υπερθέρμανση της ελληνικής οικονομίας εξαιτίας των υπερβολικά υψηλών καθαρών δαπανών, της απώλειας ανταγωνιστικότητας, της κακής κυκλικής και όχι αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής. Η χρηματοπιστωτική κρίση που προκλήθηκε στις ΗΠΑ αποτέλεσε τη σπίθα που προκάλεσε την ανάφλεξη όλων αυτών των εύφλεκτων υλικών και διέκοψε την εξωτερική χρηματοδότηση της Ελλάδας. Ο Δαίδαλος αγνόησε τους οιωνούς.

Μπορούμε να εξετάσουμε και πάλι εν συντομία τα στοιχεία για τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητάς της με αυτή την ακόμη πιο μακροπρόθεσμη προβολή. Μεταξύ του 1980 και του 2010 ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας είναι ακριβώς 1,5% τον χρόνο. Ο μακροπρόθεσμος μέσος όρος της παραγωγικότητας της εργασίας το διάστημα 1980-2017 είναι 1,1% τον χρόνο. Στην προβολή που έχουμε κάνει η παραγωγικότητα της εργασίας θα ανακάμψει στο 1,5% τον χρόνο τη δεκαετία του 2020 και το αποτέλεσμα θα είναι ο μέσος όρος για την περίοδο 1980-2020 να διαμορφωθεί στο 1,3% τον χρόνο. Συνεπώς, δεν κάνω απαισιόδοξες υποθέσεις σε σχέση με τη μελλοντική ανάκαμψη της παραγωγικότητας. Πράγματι, για να συγκλίνει η Ελλάδα μελλοντικά με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, είναι ζωτικής σημασίας η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ώστε να καταστεί πιο αποδοτική η οικονομία. Μόνο μέσω αυτής της διαδικασίας, εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και όχι εκ νέου συσσώρευση χρέους, θα είναι βιώσιμη η σύγκλιση. Δεδομένου πως πρέπει να ελεγχθεί μακροπρόθεσμα το χρέος, είναι πιθανό η προσπάθεια αυτή να περιορίσει την ανάκαμψη της συνολικής ζήτησης και να επιβραδύνει τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας κάτω από το επίπεδο που υποθέσαμε νωρίτερα.

Τέλος, έχουμε τη δυνατότητα να εξετάσουμε τη μεταβολή του πραγματικού ΑΕΠ σε διαφορετικό πλαίσιο. Χρησιμοποιώντας τα ίδια δεδομένα που είχαμε χρησιμοποιήσει και νωρίτερα, στο γράφημα 2 αποτυπώνεται η μεταβολή του «κενού παραγωγής». Με αυτή την έννοια, περιγράφουμε τη διαφορά μεταξύ του πραγματικού ΑΕΠ και της μακροπρόθεσμης τάσης του. Συνεπώς, μπορούμε να αναρωτηθούμε οποιαδήποτε στιγμή πώς συγκρίνεται το ήδη καταγεγραμμένο πραγματικό ΑΕΠ με το «δυνητικό πραγματικό ΑΕΠ» και ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο. Αν το καταγεγραμμένο πραγματικό ΑΕΠ είναι υψηλότερο από το δυνητικό πραγματικό ΑΕΠ, τότε ενδέχεται να υπερθερμανθεί η οικονομία και ο πληθωρισμός και οι μισθοί ενδέχεται να αυξηθούν σε τέτοιο βαθμό ώστε να πλήξουν την ανταγωνιστικότητα. Αν η οικονομία περνάει φάση βαθιάς ύφεσης, τότε το πραγματικό ΑΕΠ θα είναι χαμηλότερο από το δυνητικό και μισθοί και τιμές αναμένεται ότι θα μειωθούν. Συνεπώς το κενό παραγωγής αποτελεί έναν ζωτικής σημασίας δείκτη για την εφαρμογή αντικυκλικής πολιτικής, δηλαδή όταν έχει υπερθερμανθεί η οικονομία (όταν είναι πολύ έντονη η οικονομική δραστηριότητα) η κυβέρνηση πρέπει να επιτυγχάνει πρωτογενές πλεόνασμα και να μειώνει το δημόσιο χρέος. Αν η οικονομία επιβραδύνεται υπερβολικά, τότε η κυβέρνηση πρέπει να ακολουθεί, σε κάποιο βαθμό, επεκτατική δημοσιονομική πολιτική ώστε να αντισταθμίσει τις αρνητικές συνέπειες στην απασχόληση και στην ανάπτυξη – υπό την προϋπόθεση πως μπορεί να χρηματοδοτήσει με λογικό κόστος την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

Η τελευταία παρατήρηση είναι ζωτικής σημασίας στην παρούσα συγκυρία, διότι η Ελλάδα έχει ήδη πολύ υψηλό χρέος και συνεπώς δεν πρέπει να το αυξήσει και άλλο. Αυτή η κατάσταση περιορίζει (ασύμμετρα) την ικανότητα της κυβέρνησης να ασκήσει αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική, αν επιβραδυνθεί η ανάπτυξη. Συνεπώς καθίσταται ακόμη πιο πολύτιμη η ανάγκη για εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να γίνει η οικονομία πιο ευέλικτη και να μπορεί να παράγει από μόνη της υψηλότερη ανάπτυξη, όπως συμβαίνει με έναν καλολαδωμένο και καλά ρυθμισμένο κινητήρα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για δημοσιονομικά μέτρα υποστήριξης της οικονομίας.

Το γράφημα όπου αποτυπώνεται το κενό παραγωγής είναι πολύ ενδιαφέρον. Δείχνει πως οι κύκλοι της ελληνικής οικονομίας διαρκούν μ;iα δεκαετία ή λίγο περισσότερο. Η δεκαετία του 1970 ήταν ελαφρώς θερμή, καθώς το καταγεγραμμένο πραγματικό ΑΕΠ ήταν υψηλότερο από το δυνητικό ή το επίπεδο της μακροπρόθεσμης τάσης. Η δεκαετία του 1980 ήταν σχετικά ήρεμη. Στη συνέχεια, ήρθε μια σύντομη ύφεση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και η οικονομική ανάπτυξη είχε επιβραδυνθεί, καθώς η Ελλάδα κατέβαλλε προσπάθεια ώστε να πληροί τα κριτήρια για είσοδο στο ευρώ. Η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν χαμηλότερα από τον δυνητικό ρυθμό ολόκληρη τη δεκαετία του 1990. Η κατάσταση άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, καθώς ήρθε το «καλοκαίρι της ανάπτυξης» μαζί με πληθώρα εύκολων και φθηνών πιστώσεων και η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο από τον δυνητικό. Αυτή η υπερθέρμανση οδήγησε σε οξεία απώλεια ανταγωνιστικότητας, σε μεγάλη συσσώρευση χρέους και στην ψυχρολουσία της τέλειας καταιγίδας στη δεκαετία του 2010, όταν το κενό παραγωγικότητας έγινε ξανά πολύ αρνητικό.

Τα δεδομένα υποδηλώνουν πως η ελληνική οικονομία αρχίζει να ανακάμπτει τώρα και πως περιορίζεται το αρνητικό κενό παραγωγής, ωστόσο, με βάση τις υποθέσεις που έχουμε κάνει, δεν πρέπει να αναμένει κανείς να έχει ενισχυθεί σημαντικά η οικονομία πριν από τη δεκαετία του 2020 και να αρχίσει η σοβαρή μείωση της ανεργίας.

Η ανάκαμψη της οικονομίας πάνω από τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης προβλέπεται πως θα διαρκέσει μέχρι τη δεκαετία του 2030, όταν η ανάπτυξη θα αρχίσει και πάλι να υποχωρεί προς τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο ανάπτυξης. Αυτό είναι δεδομένο εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο έχει κατασκευαστεί το μοντέλο. Δεν γίνεται να κάνουμε προσομοίωση μιας οικονομίας με μεγάλες αποκλίσεις από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο ανάπτυξης, οπότε είναι φυσικό οι υπολογισμοί να οδηγούν σε ρυθμό ανάπτυξης που θα είναι κοντά στον μακροπρόθεσμο μέσο όρο ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, όμως, η διακύμανση του ρυθμού ανάπτυξης θα είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο φαίνεται στο γράφημα 2 και η τέχνη της πολιτικής συνίσταται στο να γνωρίζει κανείς τι να κάνει σε αυτή την περίπτωση και να μην αντιδρά υπερβολικά σε παροδικές αναποδιές.

Ορισμένες σκέψεις εν κατακλείδι

• Τα δεδομένα «αφηγούνται» μια τελείως εύλογη εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας. Η μεταβλητότητα είναι (υπερβολικά) υψηλή και ο οικονομικός κύκλος διαρκεί περίπου μία δεκαετία. Επρεπε να καταβληθεί προσπάθεια να βελτιωθεί η άσκηση αντικυκλικής πολιτικής.

• Οι σπόροι της μεγάλης ύφεσης έπεσαν τη δεκαετία του 2000, όταν είχε υπερθερμανθεί η οικονομία μετά την είσοδο στην Ευρωζώνη και την πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό. Οταν όμως είναι φθηνός ο δανεισμός, δεν σημαίνει πως μια οικονομία πρέπει να συσσωρεύει χρέη.

• Τα δεδομένα και οι υποθέσεις που έκανα υποδηλώνουν πως ο μακροπρόθεσμος μέσος όρος του ρυθμού ανάπτυξης του πραγματικού ΑΕΠ (όταν δηλαδή έχει υπολογιστεί η επίπτωση του πληθωρισμού) για την περίοδο 2018-2080 είναι 0,6% τον χρόνο. Ο ρυθμός ανάπτυξης που θα καταγραφεί τα αμέσως επόμενα χρόνια ενδέχεται να είναι υψηλότερος, γύρω στο 2% τη δεκαετία του 2020, δεδομένου πως θα επιστρέψουν στην εργασία πολλοί άνεργοι.

• Δεδομένου πως το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι υψηλό, είναι υψίστης σημασίας η αύξηση του ρυθμού της παραγωγικότητας. Αυτή θα είναι η πραγματική πηγή για την άνοδο του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού πληθυσμού. Εξαιτίας της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη, η Ελλάδα δεν διαθέτει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική, ενώ η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι περιορισμένη δεδομένης της ανάγκης να αποπληρώνεται το χρέος. Πρέπει να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος.

• Αλλοι αναλυτές ενδέχεται να προβούν σε διαφορετικές υποθέσεις. Οι υποθέσεις είναι σημαντικές, διότι στη διάρκεια τόσο μακράς περιόδου μικρές αλλαγές μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικό διαφορετικό αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να επιδιώξει προσεκτική, ανεξάρτητη, ανάλυση σε σχέση με τη δυνητική ανάπτυξη και τις συνέπειες που έχει αυτή για τη δημοσιονομική και διαρθρωτική πολιτική. Οποιο δρόμο και να επιλέξουν οι ελληνικές κυβερνήσεις, πρέπει να εξηγήσουν τις επιλογές τους προσεκτικά στον ελληνικό λαό, ώστε οι πολιτικές επιλογές που θα κάνει η Ελλάδα να απορρέουν πράγματι από τις πραγματικές προτιμήσεις του πληθυσμού.

*  Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ