Πριν από λίγους μήνες είχαμε την ανακοίνωση-σοκ της απόσυρσης του Ομίλου Swatch από την μεγάλη έκθεση της Βασιλείας (δείτε το σχετικό θέμα εδώ). Απ’ ό,τι φαίνεται, οι κλυδωνισμοί συνεχίζονται στον κόσμο της ωρολογοποιίας, καθώς τώρα έχουμε δύο ηχηρές αποχωρήσεις από το αντίπαλο δέος της Baselworld, το Σαλόνι Υψηλής Ωρολογοποιίας της Γενεύης (SIHH). Οι οίκοι Audemars Piguet και Richard Mille, οι οποίοι ανήκαν στο βασικό «ρόστερ» του Σαλονιού, ανακοίνωσαν σχεδόν ταυτόχρονα ότι η SIHH του 2019 θα είναι η τελευταία τους. Αν αναρωτιέστε γιατί, στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι είναι εντελώς διαφορετικοί από εκείνους του Swatch Group (το οποίο εμφανίστηκε έντονα δυσαρεστημένο από τους διοργανωτές της Baselworld, θεωρώντας ότι το τεράστιο κόστος συμμετοχής δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του). Η αποχώρησή τους από την SIHH γίνεται πολύ πιο ομαλά και σε φιλικό κλίμα. Απόδειξη ότι δεν διέκοψαν ακαριαία τη συνεργασία τους, όπως ο Όμιλος Swatch, αλλά αποσύρονται έναν χρόνο αργότερα, το 2020, χωρίς να εκφράζουν το παραμικρό παράπονο ή να αφήνουν αιχμές κατά των διοργανωτών. Η βασική αιτία είναι οι αλλαγές στην επιχειρηματική τους στρατηγική. Και οι δύο οίκοι απευθύνονται ολοένα και περισσότερο προς τον τελικό καταναλωτή με δικές τους μπουτίκ, χωρίς να παρεμβάλλονται τρίτοι στη διαδικασία διανομής των ρολογιών τους.

Πιο συγκεκριμένα, μετά από 19 χρόνια αδιάλειπτης συμμετοχής στο Σαλόνι της Γενεύης, η Audemars Piguet προβάλλει ως βασικό λόγο για αυτήν την απόφαση την αλλαγή του επιχειρηματικού της μοντέλου, η οποία την οδηγεί στην εξερεύνηση νέων δρόμων σε μία προσπάθεια ανάπτυξης στενότερων και αμεσότερων δεσμών με τον τελικό καταναλωτή. Όπως εξήγησε στην ελβετική καθημερινή εφημερίδα Le Temps ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Francois-Henry Bennahmias, «το φορμάτ των εκθέσεων δεν μας ταιριάζει πλέον. Η SIHH 2019 θα είναι η τελευταία για μας. Στη συνέχεια οι δρόμοι της SIHH και της Audemars Piguet θα ακολουθήσουν άλλες κατευθύνσεις. Τα Σαλόνι απευθύνονται κυρίως σε επαγγελματίες. Εμείς επιθυμούμε σήμερα να επικεντρωθούμε 100% στον τελικό καταναλωτή».

Ο διευθύνων σύμβουλος της Audemars Piguet, Francois-Henry Bennahmias

Όσον αφορά στην παρουσίαση των νέων μοντέλων που γίνονται κάθε χρόνο στο Σαλόνι της Γενεύης, ο επικεφαλής της Audemars Piguet επιλέγει «μία διαφορετική στρατηγική, με διαφορετικά λανσαρίσματα κατά τη διάρκεια του έτους, σε επιλεγμένες τοποθεσίες, που απευθύνονται στους τελικούς πελάτες και στους εξειδικευμένους δημοσιογράφους και όχι στους χιλιάδες επισκέπτες που συρρέουν στη Γενεύη κάθε Ιανουάριο». Ο στόχος; Τα ρολόγια να κυκλοφορούν στη αγορά προς πώληση όχι μήνες μετά την παρουσίασή τους, αλλά μόλις μερικές εβδομάδες αργότερα.

Ομοίως, για την εταιρεία Richard Mille, το άνοιγμα ολοένα και περισσοτέρων αποκλειστικών μπουτίκ σε όλο τον κόσμο μείωσε δραστικά την παρουσία της μάρκας σε καταστήματα με ευρεία γκάμα μαρκών, σε μία προσπάθεια ικανοποίησης της αυξανόμενης ζήτησης της μάρκας. Αυτό είχε ως συνέπεια η συμμετοχή της Richard Mille σε εκθέσεις να μην εναρμονίζεται με τη στρατηγική της για αποκλειστική και επιλεκτική διανομή.

Μία από τις πολυτελείς αποκλειστικές μπουτίκ Richard Mille

«Τον περασμένο χρόνο η παραγωγή μας ήταν 4.000 ρολόγια. Φέτος προβλέπουμε την παραγωγή 4.600 ρολογιών με μέση τιμή πώλησης 180.000 ευρώ, χωρίς τους φόρους, ενώ η ζήτηση είναι για 10.000 κομμάτια ετησίως», εξηγεί ο ιδρυτής και ιθύνων νους της μάρκας, Richard Mille. Το να μην μπορείς να ανταποκριθείς στη ζήτηση «είναι ένα τέλειο πρόβλημα!».

O ιδρυτής του οίκου, Richard Mille

Τα ρολόγια της Richard Mille έχουν βρει αγοραστή πριν ακόμα μπουν σε παραγωγή και πολύ συχνά δεν υπάρχουν αρκετά κομμάτια διαθέσιμα για να εκτεθούν στις βιτρίνες των καταστημάτων. Συνεπώς η παρουσία της μάρκας στο Σαλόνι της Γενεύης δεν έχει ιδιαίτερο νόημα για τη Richard Mille.

Περισσότερες πληροφορίες στις επίσημες ιστοσελίδες της Audemars Piguet, της Richard Mille και της SIHH.


 


 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ