ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ*

Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην Ιθάκη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ο 2010 ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε από ένα ήσυχο λιμάνι στο Καστελλόριζο την αρχή «μιας καινούργιας οδύσσειας για τον Ελληνισμό». Ηταν η αρχή του μνημονίου, της τρόικας, των μέτρων λιτότητας και των δανείων που θα επέτρεπαν στη χώρα να ξεπληρώσει το χρέος της. «Αυτή τη φορά ξέρουμε τον δρόμο για την Ιθάκη, και έχουμε χαρτογραφήσει και τα νερά», καθησύχαζε ο Παπανδρέου. Οκτώ χρόνια και 300 δισ. σε δάνεια αργότερα, τον περασμένο μήνα, ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε το τέλος του τρίτου μνημονίου. Ο πρωθυπουργός δεν έχασε την ευκαιρία να κάνει χρήση του συμβολισμού που είχε προετοιμάσει ο προκάτοχός του: Η ανακοίνωση έγινε με φόντο έναν ήρεμο κολπίσκο στο νησί της Ιθάκης – τον τελικό προορισμό του Οδυσσέα.

Μας αρέσει ως έθνος να ταυτιζόμαστε με τη μεγαλοπρέπεια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Ομως αυτή η επιφανειακή παρομοίωση της Ελλάδας με τον Οδυσσέα ήταν εντελώς λανθασμένη.

Η «Οδύσσεια» είναι ένα έπος για την ανθρώπινη θέληση. Παρά τη βοηθητική παρέμβαση της θεάς Αθηνάς, το ταξίδι της επιστροφής στην Ιθάκη απεικονίζει τη μάχη ενός κοινού θνητού με τις θείες δυνάμεις. Είναι μια «ωδή» στην επινοητικότητα, στην επιμονή και στην πολυμήχανη φύση του Οδυσσέα, που καταφέρνει να ξεπεράσει τα εμπόδια που του βάζουν οι θεοί. Η ελληνική κρίση, από την άλλη –σύμφωνα με το αφήγημα που η ίδια η κυβέρνηση δημιούργησε– ήταν η ιστορία μια χώρας που της επιβλήθηκαν λύσεις και μέτρα αφ’ υψηλού, από άλλους, υπονομεύοντας την αυτονομία της.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια η χώρα δεν επέδειξε επίσης επιμονή και θέληση να ξεπεράσει την κρίση, παρά τα όσα υπέφεραν οι πολίτες της – τη μείωση του εθνικού τους πλούτου κατά 25%, δεκάδες περικοπές συντάξεων, και ανεργία κοντά στο 30%. Οι κυβερνήσεις όλης αυτής της περιόδου, παρότι ψήφιζαν στη Βουλή μεταρρυθμίσεις για το κράτος και την οικονομία, στη συνέχεια υποκρίνονταν την εφαρμογή τους. Αυτή η συμπεριφορά θυμίζει όχι τον ήρωα του Ομήρου, αλλά το λιγότερο κολακευτικό πορτρέτο του Οδυσσέα που βρίσκουμε στην «Αινειάδα» του Βιργιλίου, όπου η επινόηση του δούρειου ίππου από τον Οδυσσέα παρουσιάζεται ως ένδειξη κουτοπονηριάς, παρά ευφυΐας.

Αλλά πάνω απ’ όλα, ο λόγος που η παρομοίωση της εξόδου από τα μνημόνια με τον ερχομό του Οδυσσέα στην Ιθάκη είναι ατυχής, είναι επειδή αυτό θα σήμαινε για την Ελλάδα την επιστροφή στο πώς είχαν τα πράγματα πριν από την κρίση, πράγμα ούτε δυνατό, ούτε επιθυμητό. Η επιστροφή στο «όπως είχαν τα πράγματα πριν» θα σήμαινε για την Ελλάδα την επιστροφή σε μια κατάσταση αμέριμνης άγνοιας, λίγο πριν το πραγματικό μέγεθος του χρέους γίνει αντιληπτό. Θα σήμαινε επίσης την επιστροφή σε μια οικονομία και μια πολιτική τάξη με όλες τις παθογένειες και πρακτικές που βοήθησαν να μπει η χώρα στην τροχιά της κρίσης.

Επιπλέον, παρά την επίσημη λήξη του μνημονίου, η Ελλάδα θα παραμείνει σε επιτήρηση από τους δανειστές της τα επόμενα χρόνια, αφού έχει ακόμα πολλές υποχρεώσεις να εκπληρώσει. Οπότε εξακολουθούμε να απέχουμε πολύ από μια αίσθηση κανονικότητας, από την ανάκτηση της αυτονομίας. Ακόμα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός υπονόμευσε τη χρήση της οδύσσειας ως μεταφοράς, λέγοντας στο τέλος της ομιλίας του ότι «η Ιθάκη είναι μόνο η αρχή» – ένα αρκετά διαφορετικό τέλος από αυτό του Ομήρου. Ο φιλόσοφος Ντάνιελ Ντένετ γράφει πως «η θεμελιώδης τακτική αυτοπροστασίας, αυτοελέγχου, και αυτοπροσδιορισμού, είναι η αφήγηση ιστοριών, και συγκεκριμένα, η δημιουργία και ο έλεγχος της ιστορίας που λέμε στους άλλους –και στους εαυτούς μας– για το ποιοι είμαστε». Αυτό ισχύει και στην πολιτική.

Ομως δεν είναι όλες οι ιστορίες που λέμε το ίδιο πειστικές, ενώ μερικές μπορεί να αποδειχθούν και βλαβερές. Η περιπέτεια της Ελλάδας ως οδύσσεια είναι μόνο μια από τις ιστορίες που λέμε στους εαυτούς μας, και στους άλλους, αυτά τα χρόνια. Καμία από αυτές δεν μας βοήθησαν ουσιαστικά να καταλάβουμε πώς βρεθήκαμε σε αυτήν την κατάσταση, αλλά και πώς θα βγούμε από αυτήν. Από τη μια πλευρά, ήταν τα μεγάλα αφηγήματα που ήθελαν την Ελλάδα να είναι θύμα ενός διεφθαρμένου παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, ή της άδικης αρχιτεκτονικής του ευρώ. Αυτές οι ιστορίες υποβάθμιζαν την ευθύνη που είχε η Ελλάδα για την κρίση και έτσι δεν άφηναν περιθώριο στη χώρα να βελτιώσει η ίδια τη μοίρα της. Από την άλλη, ήταν τα αφηγήματα που ήθελαν την Ελλάδα να έχει διαπράξει ύβρη όλα τα προηγούμενα χρόνια της σπατάλης, κακοδιαχείρισης, και φοροδιαφυγής, υπονοώντας πως καλώς υπέφερε τώρα.

Οι ιστορίες που αφηγηθήκαμε για την κρίση χρησίμευσαν είτε αποπροσανατολιστικά είτε ως δικαιολογία για την κατάστασή μας. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις εξιστορήσεις και τους μη πειστικούς παραλληλισμούς με την αρχαία Ελλάδα. Ισως έτσι μπορέσουμε να φτιάξουμε ένα νέο είδος αφηγήματος – ένα αφήγημα για το πού θέλουμε να είμαστε στο μέλλον. Η επιστροφή στην Ιθάκη δεν είναι επιλογή.

* Ο κ. Αλέξης Παπάζογλου είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Cambridge. Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στα αγγλικά στο περιοδικό The New Republic.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ