ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Η ημισέληνος του Αυγούστου

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Εικονογράφηση: Βαγγέλης Καρατζάς

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΠΟΨΗ

Πασαλειμμένος με στραγγιστό γιαουρτι, λιπαρά δεν θυμάμαι, και ψιλοκομμένο αγγούρι στο μέτωπο, κάθομαι στη βεράντα του μύλου-σπιτιού στο οποίο φιλοξενούμαι μετά συζύγου και πεθερικών. Οι υπόλοιποι κοιμούνται για μεσημέρι. Ατενίζω τα στενά της Χίου και προς Ανατολάς και διαβάζω προσεκτικά τη δακτυλόγραφη, αλλά σε φωτοτυπίες ιστορία του κτιρίου, η οποία ξεκινάει το 1860. Το υλικό συνοδεύεται από ντοκουμέντα περί των κληρονομικών και φωτογραφίες, παλιές και καινούργιες, οικογενειακές, μα και με φίλους που έχουν επισκεφθεί τον μύλο-σπίτι πριν από εμάς, όπως και γραπτά σημειώματα αυτών, στις σελίδες που αποτελούν ένα πανόδετο τετράδιο.

Το μάτι μου σποραδικά παρακολουθεί στη θάλασσα ένα πλεούμενο που πλησιάζει. Τελειώνοντας την ανάγνωση του τετραδίου, το σκάφος, ξύλινο, σαν ψαροκάικο, με τουρκική σημαία στο άλμπουρο, ρίχνει άγκυρα κάτω από τα βράχια που είναι χτισμένος ο μύλος. Έξι εφτά νέοι και νέες με μαγιό, μάσκες και βατραχοπέδιλα βουτάνε στο νερό και χάνονται από το οπτικό μου πεδίο. «Στα όπλα», φωνάζω και προκαλώ μια σύγχυση. «Βατράχια Τούρκοι κάνουν απόβαση».

Πρώτος ξυπνάει ο Δημήτρης. «Κόψτε καρπούζι 250 γραμμάρια ανά άτομο, πετάγομαι στα Χάνια να ξεγεννήσω μια γυναίκα κι έρχομαι να το φάμε. Αννούλα, σε παρακαλώ βάλε σε μια τσάντα τα παγοπέδιλά μου, ο καιρός στο βουνό είναι απροσδόκητος». «Να σου βάλω και το μαγιό σου καλού κακού. Εσύ τι λες, Έλλη;» «Θα φέρνουν τους μπακλαβάδες από απέναντι τα παιδιά με το καΐκι. Να ψήσω καφεδάκια». «Εγώ πάω μια βόλτα», τους λέω. «Σου γυάλισε η ψηλή με το λιλά ολόσωμο», μου λέει η δικιά μου. Το επόμενο πρωί, στα γραφεία της πρώτης ναυτιλιακής που βρήκα μπροστά μου βγαίνοντας από το λιμάνι του Πειραιά, ζητάω δουλειά σε όποιο δρομολόγιο, σε όποιο καράβι θα μπορούσα να φανώ χρήσιμος. «Μιλάς τα τούρκικα;» «Θα μπορούσα, αλλά όχι». «Τότε δυστυχώς...» «Μα έρχομαι από ναυτικό νησί. Ορίστε και το εισιτήριό μου. Οινούσσες-Πειραιάς».

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ