ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

TED Diamantis: Εισαγωγέας ελληνικού κρασιού στις ΗΠΑ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Ted Diamantis, γιος Ελλήνων μεταναστών στο Σικάγο, με καταγωγή από την ορεινή Γορτυνία και την Κίμωλο, πήρε μια απόφαση για την οποία, όπως θυμάται, ο περίγυρός του τον αποκάλεσε τρελό: «Είδα το ελληνικό κρασί στα σοβαρά». Η εταιρεία εισαγωγής ελληνικού οίνου Diamond Wine Importers, την οποία ίδρυσε πριν από 26 χρόνια, εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες στις ΗΠΑ και ο ίδιος θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους πρεσβευτές για το ελληνικό κρασί στην Αμερική.

Ποια ήταν η αφορμή για να μπείτε στον κόσμο του κρασιού; Τι σας γοήτευσε;

Αφορμή στάθηκε ένα ταξίδι που έκανα στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Είχα ολοκληρώσει τις σπουδές μου, δούλευα σε ασφαλιστικές εταιρείες και έπληττα αφόρητα. Με είχε ρουφήξει ο αμερικανικός τρόπος ζωής, είχα 12 χρόνια να γυρίσω στην Αθήνα και χρειαζόμουν ένα διάλειμμα. Αναζητώντας τις νέες τάσεις της αγοράς, ταξίδεψα στην Ευρώπη, με σκοπό να κάνω εισαγωγές ελληνικών προϊόντων. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, γνώρισα τυχαία τον οινοποιό Γιώργο Σκούρα και αισθάνθηκα ότι έγινε μέσα μου το κλικ. Σιγά σιγά με μύησε στο ελληνικό κρασί και σε έναν νέο τρόπο ζωής, που με γοήτευσε. Πίστεψα στην Ελλάδα, στην ιστορία της, στην καλλιέργεια των αμπελιών της και ότι οι μοναδικές ιστορικές ποικιλίες της έχουν ουσία. Είδα μπροστά μου μια ευκαιρία. Λίγα χρόνια μετά, ίδρυσα τη δική μου εταιρεία. Έλληνες και Αμερικανοί μού έλεγαν ότι είμαι τρελός, γιατί πήρα το ελληνικό κρασί στα σοβαρά.

Ήταν ανεπτυγμένη η οινική σκηνή των ΗΠΑ τότε;

Όχι, δεν ήταν. Όταν ξεκίνησα, η κατά κεφαλήν κατανάλωση στις ΗΠΑ ήταν κοντά στα 9 λίτρα τον χρόνο, ενώ την ίδια περίοδο στην Ευρώπη άγγιζε τα 45 λίτρα. Θυμάμαι ότι οι Αμερικανοί με έδιωχναν από τα μαγαζιά τους. Μόλις έλεγα ότι το κρασί είναι ελληνικό, μου έδειχναν την πόρτα: «Να πας να τα πουλήσεις στους Έλληνες». Στο Σικάγο υπήρχαν άπειρα ελληνικά μαγαζιά και εστιατόρια. Το ελληνικό κρασί όμως δεν είχε φήμη και η Ομογένεια δεν το υποστήριζε. Ήταν ένας τομέας ξένος στον τρόπο ζωής των Ελληνοαμερικανών. Οι περισσότεροι έπιναν ό,τι σαβούρα μπορείς να φανταστείς. Όταν πήγαινα να πουλήσω κρασιά, συνήθως μου έλεγαν ότι «αυτά είναι ακριβά» ή «όταν μας ζητήσουν, θα τα πάρουμε», κι εγώ τους απαντούσα: «Μα αυτό είναι σαν να περιμένεις να σε πάρουν τηλέφωνο χωρίς να έχεις συσκευή». Έμαθα γρήγορα ότι, αν θέλω να φτάσω ψηλά, πρέπει να ξέρω τι λέω. Άρχισα να δουλεύω στον τρύγο στη Νεμέα, με δάσκαλο τον Σκούρα, να μαθαίνω τον ανταγωνισμό. Τα πρώτα χρόνια δούλευα ως μπάρμαν και ως μάνατζερ σε εστιατόριο για να τα βγάζω πέρα και παράλληλα, για τρία χρόνια, έκανα μαθήματα και τυφλές δοκιμές με κρασιά από όλο τον κόσμο. Αντιμετώπισα την αγορά του κρασιού σαν Αμερικανός, έπαιξα με τους δικούς τους όρους.

Γιατί θεωρείται δύσκολη η αμερικανική αγορά κρασιού; Είναι οικονομικά ή ποιοτικά τα κριτήρια;

Είναι μια σύνθετη και πολυεπίπεδη αγορά και ειδικά η αγορά του κρασιού θα έλεγα ότι είναι πολύ ανταγωνιστική. Κάθε αξιοσημείωτη ετικέτα από όλο τον κόσμο βρίσκεται στις ΗΠΑ και, φυσικά, υπάρχει και η εγχώρια παραγωγή. Επομένως, όταν μπαίνεις στην αμερικανική αμπελοοινική αρένα, δεν ανταγωνίζεσαι μόνο τους συμπατριώτες σου, αλλά και ετικέτες από ολόκληρο τον κόσμο. Αν δεν έχεις χρήματα και στρατηγική, αν δεν ξέρεις το προφίλ του πελάτη στον οποίο στοχεύεις και αν δεν έχεις σταθερή παρουσία και επιμονή, μπορεί να αντιμετωπίσεις σοβαρό πρόβλημα. Υπάρχει μια νόμιμη ιεραρχία στην αμερικανική βιομηχανία των αλκοολούχων ποτών: μεσολαβούν πολλά επίπεδα εισαγωγέων, διανομέων και καταστηματαρχών μέχρι ένα μπουκάλι κρασί να φτάσει στο χέρι του καταναλωτή. Το κερασάκι στην τούρτα είναι οι διάφοροι φόροι που επηρεάζουν την τιμή του. Μια φιάλη που εξάγεται προς 5 δολάρια πωλείται στο ράφι προς 21-22 δολάρια και στη λίστα κρασιών ενός εστιατορίου προς 43-45 δολάρια. Επιπλέον, στις ΗΠΑ δεν μπορείς να μιλάς για καταναλωτή, αλλά για καταναλωτές. Αυτό που επιλέγει να πιει μια μερίδα καταναλωτών στη Νέα Υόρκη μπορεί στην Αριζόνα να μην το θέλει κανείς.

Τι είναι πιο σημαντικό για την προώθηση του ελληνικού κρασιού; Να τοποθετηθεί στο ράφι ή να συμπεριληφθεί στη wine list ενός καλού εστιατορίου;

Στις ΗΠΑ, περίπου το 75% των κρασιών πωλείται στις κάβες. Όμως, το ελληνικό κρασί κατά 80% πωλείται σε εστιατόρια και δεν φτάνει στο ράφι. Είναι πιο δύσκολο να μπει στο σούπερ μάρκετ ή στην κάβα, όπου ο καταστηματάρχης πρέπει να διαθέσει χώρο, με κίνδυνο να του μείνει το κρασί στο ράφι. Όταν πάω να πουλήσω, πάντα δίνω σημασία στο σημείο του καταστήματος όπου θα τοποθετηθεί. Όταν μου λέει ο καταστηματάρχης «δεν έχω τμήμα με ελληνικά κρασιά, θα το βάλω εκεί πίσω» και μου δείχνει ένα ράφι δίπλα στο γιαπωνέζικο σάκε ή στα βουλγαρικά κρασιά, αρνούμαι να του πουλήσω. Και, φυσικά, με περνάει για τρελό. Θέλω το ελληνικό κρασί να μπαίνει μαζί με τα υπόλοιπα μεσογειακά, με τα ιταλικά και τα ισπανικά, όχι να μένουν τα μπουκάλια σκονισμένα και απούλητα. Παλιά, χοροπηδούσα από χαρά όταν μου ζητούσαν οι καταστηματάρχες να αγοράσουν ένα λευκό. Πλέον θέλω να βλέπω τουλάχιστον τρία διαφορετικά ελληνικά λευκά και τουλάχιστον τρία κόκκινα σε κάθε κατάστημα. Θέλουμε να μάθουν όλοι ότι η Ελλάδα δεν έχει ένα καλό κρασί, αλλά πολλά. Δίνουμε μάχη για να μη βάζουν οι εστιάτορες και οι μαγαζάτορες τις ελληνικές ετικέτες στη γενική κατηγορία «άλλα λευκά» ή «άλλα κόκκινα».

Ποιες ποικιλίες είναι οι πιο δημοφιλείς στις Hνωμένες Πολιτείες;

Αυτή τη στιγμή, από τις λευκές είναι κυρίως το Ασύρτικο (ειδικά από τη Σαντορίνη), το Μοσχοφίλερο, το Βιδιανό, η Μαλαγουζιά. Από τις κόκκινες, το Ξινόμαυρο, το Αγιωργίτικο, το Λιάτικο. Όλα αυτά, βέβαια, αλλάζουν συνεχώς. Δουλεύουμε σκληρά για να αναδειχθούν κι άλλες ποικιλίες, το Σαββατιανό, το Μαυροτράγανο, η Ρομπόλα...

Τι ιδιαίτερο έχουν τα ελληνικά κρασιά που θα μπορούσαν να τα κάνουν ανταγωνιστικά συγκριτικά με άλλα, όπως, για παράδειγμα, τα ιταλικά ή ακόμα και τα καλιφορνέζικα;

Οι ποικιλίες είναι μοναδικές. Το οικοσύστημα και το terroir επίσης. Η Ελλάδα έχει αμπελώνες σε πολλά και διαφορετικά υψόμετρα· άλλους σε βουνά, άλλους κοντά σε θάλασσα. Το ελληνικό κρασί έχει εξαιρετική σχέση ποιότητας-τιμής και το πιο σημαντικό: έχει ιστορία, την καλύτερη που μπορεί να ειπωθεί στον κόσμο του κρασιού, και η νέα γενιά, οι millennials και οι hipsters, ανυπομονούν να την ακούσουν.  Έχουμε τις καλύτερες προδιαγραφές. Δεν πρέπει να στραφούμε σε χαμηλές τιμές – δεν υπάρχει η δυνατότητα για τόσο μεγάλη παραγωγή και δεν θα είμαστε ανταγωνιστικοί. Τα περισσότερα ελληνικά κρασιά που είναι στο ράφι κοστίζουν από 14 μέχρι 18 δολάρια. Το μέλλον του ελληνικού κρασιού δεν είναι στη χαμηλή τιμή, είναι στην υψηλή ποιότητα.

Οι τελευταίες τάσεις στην παγκόσμια αγορά κρασιού;

Σιχαίνομαι τα τρεντ. Δεν τα κυνηγάμε. Όποιος κυνηγάει τις τάσεις χάνει. Δυνάμεις που κινούν την αγορά και πρέπει να έχουν υπόψη τους οι καινούργιοι παραγωγοί είναι η φυσική καλλιέργεια, η καθαρή βιολογική καλλιέργεια, η μη παρεμβατική μέθοδος οινοποίησης και οι ντόπιες ποικιλίες, τα κρασιά που αντιπροσωπεύουν τον τόπο τους. Αυτά θα μας απασχολήσουν και τα επόμενα χρόνια. 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ