ΕΛΛΑΔΑ

Προσφυγικό: Διαβάζοντας ιστορίες πίσω από τους ανθρώπους

ΤΑΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Φ. γεννήθηκε στη Συρία και κλείνει στην Ελλάδα σχεδόν 20 χρόνια πλέον. Δεν θέλει να γράψουμε το όνομά του, δεν θέλει να γίνει στόχος, θέλει μόνο να τα βγάλει πέρα αξιοπρεπώς. Ικανότατος και αεικίνητος, έχει κάνει πολλές δουλειές για να ζήσει. Τον τελευταίο χρόνο δουλεύει ένα περίπτερο στη Σάμο, σε «κομβικό» σημείο στην άκρη της πόλης. Μεγάλο μέρος της πελατείας του είναι οι άνθρωποι από το hotspot στο Βαθύ, που αγοράζουν κυρίως τσιγάρα, κάρτες και κρουασάν. Εχοντας ζήσει ως φυγάς μετανάστης από τα 15 του, έχει μάθει να βλέπει τις ιστορίες πίσω από τους ανθρώπους. Ενα κοριτσάκι γύρω στα δέκα πλησιάζει το παραθυράκι του περιπτέρου και ζητεί να αγοράσει μπισκότα. Θέλει να πληρώσει με τουρκικές λίρες. Ο Φ. της χαρίζει τα μπισκότα, αλλά της εξηγεί ότι δεν μπορεί να δεχθεί τις λίρες. «Σίγουρα ήρθε πρόσφατα. Οποιοι είναι καινούργιοι έχουν τουρκικές λίρες σε περίπτωση που δεν καταφέρουν να περάσουν στα νησιά και πρέπει να γυρίσουν στην Τουρκία», παρατηρεί. Πραγματικά είναι στο νησί μόλις δύο μέρες, επιβεβαιώνει το κορίτσι και γυρίζει να φύγει τρέχοντας.

Ενας νεαρός από το Ιράκ είναι ο επόμενος πελάτης του, που θέλει να αγοράσει τσιγάρα βερεσέ. «Θα τα πληρώσει, λέει, στην αρχή του μήνα, όταν πάρει τα 90 ευρώ του επιδόματος που δίδεται στους αιτούντες άσυλο που διαμένουν στο hotspot», εξηγεί ο Φ.

Το νεαρό ζευγάρι με το μωρό –είναι δεν είναι τριών μηνών– που κοιμάται στα χέρια και ένα ακόμα δίχρονο αγοράκι, που κοιτάζει με απορία τριγύρω, έφθασαν επίσης από το Ιράκ πριν από 15 μέρες. «Αυτοί είναι “τυχεροί”, έχουν μικρά παιδιά και τους βρήκαν θέση σε κοντέινερ. Μάλλον θέλουν κάρτα», μαντεύει ο περιπτεράς και έχει δίκιο και αυτή τη φορά. «Πλήρωσαν 4.000 δολάρια για να έρθουν».

Γιατί συνεχίζουν να έρχονται αφού ξέρουν ότι οι συνθήκες δεν είναι καθόλου καλές; τον ρωτάω. «Γιατί πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να περάσουν στην Ευρώπη. Εχουν επικοινωνία με αυτούς που έχουν περάσει και τους λένε “θα τα καταφέρετε”», εξηγεί ο Φ.

Και ο ίδιος πριν από 20 χρόνια, οπλισμένος με την τόλμη των 15χρονων, έφυγε από το σπίτι του στη Συρία και πέρασε στην Κύπρο από τα Κατεχόμενα. «Μεγαλώσαμε με τον φόβο. Ο παππούς μου, θυμάμαι, έλεγε “μην μιλάτε”, ο τοίχος ακούει. Είχα όνειρο να φύγω γιατί ο αδελφός της μητέρας μου ζούσε στην Κύπρο. Πήγαμε για διακοπές 10 ετών και κόλλησα. Δούλεψα σκληρά με τον πατέρα μου για να μαζέψω λεφτά και μόλις έκλεισα τα 15 “άντε γεια”», διηγείται. Σχολείο; «Δεν πήγα σχολείο. Ξέρω όμως τέσσερις γλώσσες: αγγλικά, ελληνικά, ρωσικά και αραβικά. Τα ελληνικά τα έμαθα από το Καλημέρα Ζωή», απαντά.

Στη Σάμο έφθασε το 2015. Στη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης δούλεψε στα πρακτορεία που έκοβαν τα εισιτήρια και μετά έκανε τον διερμηνέα στο δικαστήριο. «Δεν πληρωνόμουν όμως και έτσι αποφάσισα να δουλέψω στο περίπτερο», καταλήγει. Παρατηρώ ότι κόβει αποδείξεις σε όλους. «Δεν θέλω κανένας να πει ότι τον έκλεψα και από το πρόστιμο καλύτερα να πληρώνω φόρο», απαντά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ