Λένε πως η καλή γλυπτική είναι μια πρόσκληση. Το ωραίο γλυπτό προσκαλεί τα ακροδάχτυλα να περιεργαστούν τις επιφάνειές του. Με τον ίδιο τρόπο, όταν γνωρίζεις τη Σοφία Βάρη από κοντά, σε προσκαλεί να την «αγγίξεις» ψυχικά. Δεν κρύβεται, δεν υποκρίνεται, δεν φοβάται να πει τις δικές της αλήθειες, να είναι τρυφερή, χαριτωμένη, ανοιχτή. Την παρατηρούσα να κινείται με χάρη μέσα στο κομψό της σπίτι στην Εύβοια, μια ψηλόλιγνη φιγούρα, ντυμένη με φίνα λινά λευκά ρούχα. Να γελάει σαν μικρό παιδί όταν της έπαιρνε ο αέρας τα μαλλιά, την ώρα που πόζαρε για τον φωτογράφο μας Βαγγέλη Ζαβό μπροστά σε ένα γλυπτό στον κήπο της, πλάι στη θάλασσα. Να αποκαλεί τον Φερνάντο Μποτέρο «Mi amor» και να του τακτοποιεί τον γιακά. Να μου περιγράφει πώς ένας οδηγός βυτιοφόρου τον πέτυχε στην εξώπορτα πριν από μερικές ημέρες και, χωρίς να ξέρει πως ο Κολομβιανός δεν μιλάει ούτε μία λέξη ελληνικά, τον έβαλε να του δώσει οδηγίες για να κάνει μανούβρες στον επαρχιακό δρόμο της Ερέτριας. «Βέβαια, μικρός είχε εκπαιδευτεί ως ταυρομάχος, οπότε το αντιμετώπισε όπως έπρεπε», μου είπε με χιούμορ.

 

 

H συζήτησή μας βγήκε μονορούφι. Οπωσδήποτε έπαιξε ρόλο και η ευεργετική παρουσία της Μάγδας Μπαλτογιάννη, στενής της συνεργάτιδας εδώ και πολλά χρόνια. Χάρη και στις δικές της προσπάθειες γίνεται αυτή η υπέροχη έκθεση με τα γλυπτά της στο Κανάλι του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (έως 30 Οκτωβρίου). Είναι τόσο ταιριαστά εκεί, που πραγματικά θα ευχόμουν να μείνουν για πάντα στη θέση αυτή, σαν το χνάρι της Βάρη στην Αθήνα που τόσο αγαπά. Σε όλες της τις συνεντεύξεις πάντα μιλάει για την Ελλάδα, με ανυπόκριτο τόνο, με βαθιά σύνδεση. «Λοιπόν, μη με παρεξηγήσετε για την υπερβολή μου, αλλά το οικοδόμημα του Ρέντσο Πιάνο λειτουργεί κατά κάποιον συμβολικό τρόπο ως μια νέα Ακρόπολη. Είναι καταπληκτικό, έχει αρμονία, πάει ωραία με το φως μας, είναι φιλόξενο στον κόσμο, τι μεγάλο δώρο για μια πόλη σαν τη δική μας», ήταν οι πρώτες της κουβέντες.

Και μετά: «Για να είμαι ειλικρινής, είχα εντυπωσιαστεί τόσο όταν το είδα, που φοβήθηκα ότι μπορεί τα γλυπτά μου να χάσουν την υπόστασή τους, να τα καταπιεί ο χώρος. Aποφάσισα να τα στήσω όλα μαζί, σαν μια συστάδα με 16 μονάδες που συνομιλούν μεταξύ τους και με το περιβάλλον. Έφτιαξα μια μικρή χαρτονένια μακέτα και τους άλλαζα κάθε μέρα θέση, μέχρι να αποφασίσω. Ύστερα, όταν τα στήναμε, ανέβαινα κάθε τόσο επάνω, ψηλά στον Φάρο, για να τα δω σε κάτοψη, σαν installation. Εκτός από τα έργα, παρακολουθούσα και τους επισκέπτες να παίζουν μαζί τους, να αισθάνονται οικεία. Ήταν ένα τρομερό συναίσθημα επιστροφής στην πατρίδα».

«Η Ελλάδα έχει charm»

Πέρα από την ομορφιά της, που κρατιέται αλώβητη, αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η απλότητά της. Προέρχεται από μια πραγματικά σπουδαία οικογένεια –είναι το γένος Κανελλοπούλου–, αλλά άλλαξε το όνομά της σε «Βάρη» από την περιοχή όπου βρισκόταν το πατρικό της. Μικρό μυστικό: εκεί υπεγράφη η ιστορική συμφωνία της Βάρκιζας. Μητέρα Ουγγαρέζα, παιδικά και νεανικά χρόνια στην Ελλάδα, στην Ελβετία, στη Βρετανία, σπουδές στο Παρίσι. Ύστερα, Νέα Υόρκη, Μονακό, Τοσκάνη, Κολομβία με τον αγαπημένο της σύζυγο. Και τώρα, αρκετά πια, στην Εύβοια. «Αν έκανα κάτι καλό στη ζωή μου, είναι ότι έφερα τον Μποτέρο στην Ελλάδα και εκείνος την αγάπησε. Έχοντας μεγαλώσει στην Κολομβία, βλέπει το δικό μας χάος και του αρέσει. Να σας πω κάτι; Η Ελλάδα έχει charm, γοητεία. Ναι, μπορεί το λεωφορείο να μην έρχεται στην ώρα του, αλλά οι άνθρωποι αγαπούν τη ζωή, αγαπούν τους άλλους ανθρώπους. Θεωρείτε δεδομένες αυτές τις αρετές, στις οργανωμένες χώρες; Κάνετε λάθος! Να σας πω κάτι ακόμα: λένε πως η Ελλάδα είναι σαν νεκροταφείο ελεφάντων. Έχουν δίκιο! Όσοι λείπουμε θέλουμε να έρθουμε εδώ στα γεράματά μας. Όταν έχεις μάθει σε αυτή την ανθρώπινη ζεστασιά, είναι δύσκολο να γερνάς στο εξωτερικό».

 


Ένα από τα γλυπτά της Σοφίας Βάρη έχει τοποθετηθεί στον κήπο του σπιτιού, ακριβώς μπροστά στη θάλασσα. 

 

«Το να ζεις ωραία πράγματα δεν είναι θέμα χρημάτων»

Της επισήμανα πως ο Φερνάντο Μποτέρο είναι το αντίδοτο του Πάμπλο Εσκομπάρ· ένας φωτεινός πρέσβης της Κολομβίας σε όλο τον κόσμο. Χαμογελάει: «Έχετε δίκιο, υπό την έννοια ότι έχει κάνει τρομερές δωρεές στην πατρίδα του. Τη λατρεύει και βοηθά όπου και όπως μπορεί. Κοντά του έζησα και ζω πράγματα εξαιρετικά. Ξέρετε, το να ζεις ωραία πράγματα δεν είναι θέμα χρημάτων. Τύχη χρειάζεται, αλλά και ένα ταλέντο: πρέπει να
διαχωρίζεις τα σημαντικά από τα ασήμαντα. Να μη χάνεις τον καιρό σου με αυτά που είναι ανούσια, γιατί έτσι γυρίζεις την πλάτη στα σπουδαία». Δεν απέφυγα τον πειρασμό να τη ρωτήσω τι είναι αυτό που κάνει ευτυχή και μακροχρόνιο έναν γάμο: «Είμαστε 41 χρόνια μαζί. Από την αρχή ήμασταν και φίλοι, ταίριαξαν οι χαρακτήρες. Το καλό σεξ φεύγει, οι μεγάλοι έρωτες φεύγουν, ο χαρακτήρας μένει. Το κριτήριο για μένα είναι να αισθάνεσαι ο εαυτός σου με τον άλλον, να μπορείς να γελάς με τις ώρες. Ο Φερνάντο με κάνει να ξεκαρδίζομαι».

Της επισήμανα ότι οι άντρες πια δεν είναι gentlemen: «Εμείς φταίμε, γιατί θελήσαμε να πάρουμε τη θέση τους. Δεν μιλώ για την επιβεβλημένη ανεξαρτησία μιας γυναίκας και τον αγώνα που δώσαμε για να αποκαταστήσουμε αδικίες ολόκληρων γενεών. Μιλώ γι’ αυτή την αίσθηση της προστασίας που κάποτε είχαν οι άντρες απέναντί μας και αυτή χάθηκε. Δεν μπορείς να τα έχεις όλα...».

 

 

«Mi amor, σε περιμένουμε»

Σταματά λίγο και παίρνει τηλέφωνο τον σύζυγο: «Mi amor, σε περιμένουμε». Σε λίγο, εκείνος εμφανίζεται στην πόρτα. Ευθυτενής στα 86 του, ξέρει να «φέρει» το σώμα του υπερήφανα. Το βλέμμα του επιβλητικό, η παρουσία του αμέσως γέμισε το δωμάτιο. «Καλημέρα, maestro», τον χαιρέτησε η Μάγδα Μπαλτογιάννη με ένα φιλί. Και μετά συστήθηκα εγώ με τα σπαστά ισπανικά μου, που τον έκαναν να νιώσει άνετα: «Αγαπώ πολύ την Ελλάδα, γιατί μου αρέσουν οι Έλληνες. Αισθάνομαι πολύ καλά εδώ, σαν να είμαι στην πατρίδα μου. Και εκεί ο κόσμος είναι απλός, φιλόξενος και ζεστός. Σε όποιο μέρος και αν ζήσαμε με τη Σοφία, με ενδιέφερε πολύ να μπορώ να εργάζομαι, και εδώ κλείνομαι στο εργαστήριό μου με τις ώρες και συγκεντρώνομαι στη δουλειά μου. Όλα τα χρόνια της καριέρας μου δεν σταμάτησα να δουλεύω ούτε μία ημέρα. Μου αρέσει τόσο πολύ αυτό που κάνω, που δεν μπορώ να μείνω μακριά του».

Συνεχίζει: «Με τη γυναίκα μου μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος για την τέχνη. Και αισθάνθηκα εξαιρετικά υπερήφανος που είδα εκτεθειμένα τα έργα της σε αυτό το καταπληκτικό μέρος στην Αθήνα, δίπλα στο νερό του Καναλιού. Τα γλυπτά της έχουν οντότητα και κάνουν έναν πολύ ουσιαστικό διάλογο με το περιβάλλον, αλλά και με το επιβλητικό κτίριο. Είναι ένα μνημειακό αρχιτεκτόνημα. Ήταν μια μεγάλη πρόκληση να κατακτήσει αυτόν τον χώρο, και τα κατάφερε. Ξέρετε, το πιο σημαντικό όταν κάποιος τοποθετεί ένα γλυπτό στον χώρο είναι ότι πρέπει να μοιάζει σαν να ήταν πάντα εκεί. Και η Σοφία το πέτυχε...».

Έφυγα από το σπίτι τους ανάλαφρη, γεμάτη και χαρούμενη, με όμορφες εικόνες στο μυαλό. Και σκέφτηκα πως οι δύο αυτοί άνθρωποι κατάφεραν με πολλή υπομονή και αγάπη να σμιλέψουν μια πολύπλευρη και ισορροπημένη ζωή. ■

Συνεχίζεται μέχρι τέλος Οκτωβρίου στην Αγορά του ΚΠΙΣΝ η έκθεση «Φόρμες και Αντιθέσεις» της γλύπτριας Σοφίας Βάρη. Δεκαέξι ασπρόμαυρα γλυπτά μνημειακών διαστάσεων δεσπόζουν στην Αγορά του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και συνομιλούν με το κτίριο του ΚΠΙΣΝ και το ελληνικό φως.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ