Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ευκλείδης Τσακαλώτος: Σχεδόν

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

​Αν πιστέψει κανείς τον υπουργό Οικονομικών, σχεδόν όλα πάνε σχεδόν όπως πρέπει. Ο ίδιος τουλάχιστον δήλωσε «σχεδόν πολύ αισιόδοξος» για το ζήτημα που στοιχειώνει την ατζέντα της κυβέρνησης: τις συντάξεις.

Ολες οι πλευρές, ακόμη και οι αντισυριζαϊκές, συμμερίζονται πλέον τη σχεδόν αισιοδοξία του Τσακαλώτου. Ο ίδιος αυτοσυγχαίρεται ήδη, εξηγώντας την καλοσύνη των Ευρωπαίων ως αναγνώριση των δικών του –δημοσιονομικών– επιδόσεων. Εννοείται ότι δεν θα μπορούσε να μοιραστεί το τρόπαιο με τον Κοτζιά – να αποδώσει δηλαδή τη διαφαινόμενη διάσωση των συντάξεων στην επιμέλεια που έδειξε η κυβέρνηση στο Μακεδονικό.

Δεν χρειάζεται, πάντως, να υιοθετήσει κανείς τη θεωρία του αντίδωρου, για να ερμηνεύσει πολιτικά την άρση των περικοπών. Αρκεί να ακολουθήσει, πεζά, το σκεπτικό που προβάλλεται από το Βερολίνο. Η Μέρκελ, λέει το χθεσινό ρεπορτάζ της «Κ», θέτει δύο όρους. Πρώτον, να τηρηθούν μέχρι κεραίας οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 2019. Και δεύτερον, να μην παρουσιαστούν οι συντάξεις ως αρχή ξηλώματος των ανειλημμένων δεσμεύσεων.

Το οξύμωρο είναι ότι κανένας από τους δύο όρους δεν εξαρτάται από τον ωφελημένο – από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που, ακόμη κι αν δεν δρέψουν εκλογικά κέρδη, αποφεύγουν τη βέβαιη ζημία που θα προκαλούσε η εφαρμογή των περικοπών.

Το αν και πώς θα επιτευχθούν οι στόχοι των πλεονασμάτων για το 2019 εξαρτάται εξίσου –αν όχι κυρίως– από την κυβέρνηση που θα προκύψει μετά τις εκλογές. Η βεβαιότητα ότι αυτή δεν θα είναι μια πρωτοσυριζαϊκή κυβέρνηση, που έρχεται για να σκίσει τις συμφωνίες, αλλά η Ν.Δ., επιτρέπει τώρα την επιείκεια των εταίρων έναντι των συνταξιούχων.

Ο δεύτερος όρος –να μην εκληφθεί η άρση των μέτρων ως γενική χαλάρωση– δεν εξαρτάται ούτε από τον Τσακαλώτο, ούτε από τον Σεντένο, ούτε –φευ!– από την ίδια την καγκελάριο. Εξαρτάται μόνο από αυτούς που
καλούνται να την εκλάβουν και να την αξιολογήσουν, έτσι ή αλλιώς: από τις αγορές.
Και οι αγορές έχουν αποδειχτεί επιλεκτικά αναλφάβητες όχι μόνο στη «μακεδονική» γλώσσα, αλλά και σε όλη την γκάμα των πολιτικών επιχειρημάτων που μπορούν να έχουν ισχύ σε μια πρωτίστως πολιτική εταιρική σχέση, όπως αυτή που συνδέει την Ελλάδα με τους πιστωτές της.

Η αλήθεια είναι ότι οι «βαθμολογητές» των αγορών δεν χρειάζεται να επιστρατεύσουν τη φαντασία τους. Αν εννοούν να εκλάβουν τις συντάξεις ως σημάδι αναξιοπιστίας, μπορούν απλώς να αντιγράψουν ό,τι έλεγαν μέχρι προχθές οι δανειστές – όχι μόνο το ΔΝΤ, που υποτίθεται ότι επέβαλε τις περικοπές, αλλά και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που τις υπερασπίζονταν διαρθρωτικά, αλλά και «συμβολικά», ως θεμέλια φερεγγυότητας.

Οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι έχουν έτσι προδιαγράψει την υποδοχή του ξεψηφίσματος και τον αντίκτυπό του σε μια οικονομία σχεδόν θωρακισμένη. Και όπως φάνηκε χθες στο Χρηματιστήριο, πολύ σχεδόν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ